Ραδιόφωνο Live Επικοινωνία Χρήσιμα τηλέφωνα
Follow us

ΠΑΛΙΟΙ ΓΡΑΦΙΚΟΙ ΤΥΠΟΙ ΤΗΣ ΚΩ: Ο Γιάννης ο Καγκάς και ο Σπύρος ο Φασουλής

21/08/2021
199 Εμφανίσεις
0 Σχόλια

Κάθε τόπος στην Ελλάδα για να ναι άξιος του ονόματός, πρέπει να χει τον τρελό του – τουλάχιστον στα δικά μας τα χρόνια, όταν ήμαστε παιδιά και έφηβοι.

Η Κως είχε δύο. Ο ένας ντόπιος, ο Γιάννης ο Καγκάς, νέος, καμία τριανταριά χρονώ. Οι δικοί του, μικροαστοί νοικοκυραίοι, τον φρόντιζαν αλλά εκείνος που να καθίσει στο σπίτι. Γύριζε όλη μέρα στους δρόμους, κουρεμένος με την ψιλή μηχανή άτριχος, ξυπόλητος και επειδή τα ρούχα τον ενοχλούσαν, τα σκίζε και γυρνούσε μονίμως με κουρέλια. Γελούσε υστερικά, χωρίς λόγο κι όταν έβλεπε κάποιον που δεν του άρεσε η φάτσα του, τον πλησίαζε, τον έδειχνε με το δεξί του χέρι που κουνούσε σαν του Καραγκιόζη, έσκαγε στα γέλια (γέλιο τρελού) και τον προσφωνούσε με τη μοναδική φράση που ήξερε: «Μωρέ γαμπρός!...».

Όπου μια μέρα, είχε βρει περίπατο στον παραλιακό δρόμο, ο Ιταλός Διοικητής της Κω, ένας σεβάσμιος κόντες, κοντούλης, καλοντυμένος, με καπελαδούρα και μπαστούνι, κρατώντας αλαμπρατσέτα την μπρατσωμένη κοντέσα του. Κανένας καραμπινιέρος δεν το συνόδευε, κι ο κόσμος κρατιόταν σε απόσταση για να μην υποχρεωθεί να υποβάλει τα σέβη του. όπου τον βλέπει ο Καγκάς, τον πλησιάζει, τον δείχνει με το μακρύ του χέρι, βγάζει την πολεμική κραυγή «Μωρέ γαμπρός!...» και ξεκαρδίζεται στα γέλια. Επιπλέον παραμερίζει τα κουρέλια του παντελονιού του και σήκωνε με το δεξί του χέρι τη γυμνή φύση του.

Η γυναίκα του Διοικητή δεν πίστευε το ονοματιόν της. Προπεράσανε τον Καγκά και το κεφάλι της γυρισμένο ίσια πίσω και έβλεπε το υπερφυσικό εργαλείο.

Το τι επακολούθησε το αντιλαμβάνεται ο καθένας, αν και η ιστορία δεν το χει καταγράψει. Κι όμως επρόκειτο για την πιο πρωτότυπη αντιστασιακή πράξη που έγινε επί Ιταλοκρατίας στα Δωδεκάνησα. Ο Καγκάς, στην περίπτωση αυτή, είχε ενεργήσει, έστω ασυνείδητα, εκφράζοντας το ομαδικό υποσυνείδητο.

Άλλος τύπος ήταν ο Σπύρος ο Φασουλής. Καμιά σαρανταπενταριά, πενήντα χρονώ, με μαύρα κορακάτα μαλλιά και μουστακόγενα που άρχιζαν ν’ ασπρίζουν. Δεν ήταν ντόπιος, η προφορά του έδειχνε καθαρά πως ήταν Ελλαδίτης θαλασσινός, ίσως από κανένα μεγάλο νησί του Αιγαίου. Κανένας δεν ήξερε πως έφτασε στην Κω, έλεγαν πως τον ξέβρασε η θάλασσα στην ακρογιαλιά, ύστερα από κάποιο ναυάγιο. Ενώ ο Καγκάς ήτανε ντόπιος και καταγόταν από την οικογένεια Τσάμπαλα, που μαζί με τους Ιτσινέδες, ήτανε οι περιβολάρηδες της Κω. Ίσως οι φρικτές καταστάσεις που αντιμετώπισε τότε, στάθηκαν η αιτία να σαλέψει το λογικό του. Πώς ήξεραν τ’ ονομά του, ήταν επίσης άγνωστο. Ίσως το είπε ο ίδιος, όταν πρωτοπάτησε στη στεριά. Ο Σπύρος ήταν ήμερος, εκτός όταν τον πείραζαν, οπότε μπορούσε να γίνει και επικίνδυνος.

Αξιοπρεπέστατος πάντα, δεν πήγαινε ποτέ να ζητιανέψει. Γύριζε τα σπίτια και ρωτούσε με βαριά βραχνή φωνή τις νοικοκυρές: «Θέλετε ψάρια;». Και όταν του λεγαν ναι, ρωτούσε «πόσα;». Kι ύστερα έβγαζε από την τσέπη του ένα ξύλινο δισκάρι, καλοδουλεμένο, ίσαμε μια παλάμη, και τους έριχνε όσα καλά ψάρια του ζητούσαν: «Ένα, δύο, τρία». Οι νοικοκυρές έπαιρναν από το φανάρι ότι απομεινάρια φύλαγαν και του τα χυναν στο μεγάλο τενεκεδένιο κατσαρόλι που κρατούσε, αδιακρίτως: μακαρόνια, κρεατινά, χορταρικά, σούπες, σαλάτες, ψάρια. Κι όταν αυτό γέμιζε, αποσυρόταν σε κάποιο έρημο μέρος, όπου έμενε μονολογώντας βραχνά κι έτρωγε χωρίς να πλησιάζει κανέναν.

Παρέλειψα να πω ότι στον ώμο του είχε πάντα ένα αυτοσχέδιο τουφέκι δικής του κατασκευής, φτιαγμένο από ξύλο και κάτι σιδερικά που τα ένωνε τεχνικά με σύρμα. Μ’ αυτό το όπλο, τον βλέπαμε συχνά να ψαρεύει στην ακρογιαλιά, πριν πάρει τη γύρα του στη γειτονιά, μονολογώντας. Χωρίς υπερβολή, ο Σπύρος θα μπορούσε να θεωρηθεί (τουλάχιστον κατ’ ονομα) ως ο εφευρέτης του ψαροντούφεκου.

Τον πλησίασα περισσότερο, μετά το σεισμό, τα καλοκαίρια, ίσαμε το 1937, που πήγαινα στην Κω να δω τον πατέρα. Ο Σπύρος έμενε σ’ ένα ερειπωμένο από το σεισμό αρχοντικό, δίπλα στου πατέρα, σκοτεινό σαν καταγώγιο μάγου και εκεί έτρωγε, κοιμόταν κι είχε το εργαστήρι του. Μου δειξε διάφορα όπλα, καμωμένα απ’ τον ίδιο, κρεμασμένα στους ετοιμόρροπους τοίχους, καθώς και δαχτυλίδια με στριμμένο σύρμα, που τα φορούσε ο ίδιος. Με κανέναν τρόπο δεν τα δινε όταν του τα ζητούσαν, αλλά σε μένα χάρισε ένα, για τη φιλία μας. Και να πεις ότι κουβεντιάζαμε. Του άρεσε μόνο να κάθομαι κοντά του και να μοιράζομαι τη μοναξιά του.

Ο συνειρμός με τον Σπύρο ήρθε κάπου δέκα χρόνια αργότερα, όταν πηγαίναμε με την αδερφή μου να πάρουμε σ’ ένα κατσαρόλι, το περίσσευμα από τα καζάνια του μάγειρα, έξω από την πόρτα της υπηρεσίας της Λέσχης των Ιταλών Αξιωματικών της Πρέβεζας, μαζί μ’ ένα μικρό ψωμάκι (πανιότα).

(Από το βιβλίο του Ε. Κάσδαγλη «Ιστορίες πριν από τον σεισμό»)


Ο Μανόλης ο Μαστοράκης, μου έλεγε ότι ο Καγκάς έκανε φόρα την φύση του στο ζεύγος της Ιταλικής εξουσίας. Η γυναίκα του Ιταλού διοικητή εκθαμπώθηκε που τον είδε πολύ χαρισματικό και δήθεν ότι τον λυπήθηκε τον καλούσε στο σπίτι της την ώρα που ήταν μοναχή της, τον έλουνε τον τάιζε και τον έβαζε από πάνω της. Άλλοτε πήαινε που λέτε η πρώτη κυρία της Κω, την νύχτα και έβρισκε τον Γιάννη τον Καγκά, εκεί απέναντι από την «δροσιά» του Λήμνου εκεί στον αρχαιολογικό χώρο. Αυτή έμενε μες στα Εξάρχεια. Και αφού είχε κάνει την συνεννόηση πήαινε εκείνη απ’ έξω από τα αρχαία, και έστηνε τον πισινό της πάνω στα κάγκελα και ο Καγκάς από μέσα και κολλούσε και κεινος πάνω στα κάγκελα. Πίεζε εκείνη απ’ εξω, πίεζε και κείνος από μέσα και έμπαινε ο Σουλτάνος μες στην Κωνσταντινούπολη. Ήταν μεσάνυχτα και σκοτάδι. Ο Μανόλης πλησίασε και είδε από κοντά όλο το μυστήριο.

Η ανωνυμία είναι το καλύτερο κρησφύγετο δειλίας και χυδαιότητας!
Σχόλια 0

Πρόσθεσε ένα σχόλιο

×

ΕΞΟΔΟΣ