Ραδιόφωνο Live Επικοινωνία Χρήσιμα τηλέφωνα
Follow us
Σχολίασε την φωτογραφία 0 σχόλια
×

Η παλιά και πλούσια αγορά εμπορίου της Κω (Γράφει η Ξανθίππη Αγρέλλη)

13/01/2022
298 Εμφανίσεις
1 Σχόλια

Οι Χριστουγεννιάτικες Γιορτές, μόλις πέρασαν. Τα τεχνητά δέντρα και τα διάφορα διακοσμητικά στολίδια, βρήκαν τη θέση τους στην μικρή αποθήκη ή στο πατάρι μέχρι την επόμενη χρόνια. Οι μεγάλες Μέρες, πέρασαν και προσπέρασαν, το παλιό εμπορικό μεγαλείο που κάποτε είχε η Κως. Υποτονική και εφέτος η Αγορά, λόγω των περιορισμών για την αντιμετώπιση της παγκόσμιας, φονικής πανδημίας. Αλλά και οι οικονομίες των κατοίκων αρκετά πενιχρές, αφού οι δουλειές παντού υπολειτουργούν.

Σε  λίγες μέρες, θα αρχίσουν και οι εκπτώσεις. Παράλληλα οι καταναλωτές αναρωτιούνται, γιατί να ταλαιπωρούμαστε με μάσκες, εμβόλια, πιστοποιητικά, αναμονή στα καταστήματα; Έτσι  διστάζουν, να βγουν στην Αγορά. Άλλος  ένας λόγος είναι που θα φορέσουν, τα καινούργια ενδύματα και υποδήματα που  αγόρασαν; αφού η έξοδος, είναι περιορισμένη.

Έτσι αντί τα αναμενόμενα κέρδη στις Γιορτές, η δύσκολη κατάσταση έφερε τεραστία ζημιά στα καφέ- ζαχαροπλαστεία, στα εστιατόρια, στις ταβέρνες και στα νυχτερινά κέντρα. Κάποτε  όλα αυτά, ήταν ασφυκτικά γεμάτα και η εμπορική πόλη του νησιού έσφυζε από ζωή.

Περιδιαβαίνοντας τους εμπορικότερους δρόμους της Χώρας της Κω,  αναπολώ την χρυσή εποχή, όταν δηλ η πόλη της Κω, είχε ξεχωριστή ζωντάνια και πολύ δυνατό εμπόριο.

Δεν ήταν μόνο οι μόνιμοι κάτοικοι της πόλεως, αυτοί που ζωντάνευαν τα κάθε είδους καταστήματα, αλλά και πάρα πολλοί κάτοικοι των χωριών, που ανεβοκατέβαιναν καθημερινά. Συνήθως, οι περισσότεροι, ήταν γεωργό-κτηνοτρόφοι και εργάτες, που έρχονταν για να προμηθευτούν τα απαραίτητα σε τρόφιμα, είδη πρώτης ανάγκης, ειδή ρουχισμού, ένδυσης και υπόδησης, καθώς και σε γεωργικά εργαλεία ή μηχανήματα.  Καθημερινά, έπαιρναν τα λεωφορεία της γραμμής, από νωρίς το πρωί και επέστρεφαν αργά το απόγευμα, στο χωριό τους.

Όπως εκείνο το κόκκινο λεωφορείο, που αγκομαχούσε στον μεγάλο επαρχιακό χωματόδρομο, αυτόν που ενώνει την πόλη με τα χωριά και με δυσκολία κυλούσε πάνω στις μυτερές σκόρπιες πέτρες.  Με οδηγό τον αξέχαστο Δημήτρη τον Χαματζόγλου,  που κατάφερνε να το φθάνει νωρίς το πρωί, ως τη Χώρα, στο σταθμό των ΚΤΕΛ, μια και έκανε την καθημερινή διαδρομή πόλη- χωριά, μαζί με τα υπόλοιπα λεωφορεία.  

Ο εισπράκτορας ο Σταμάτης Διακαναστάσης, ( ο Χατζηκατές), όπως τον εύρισκαν, αφού βεβαιώνονταν, πως βγήκε και ο τελευταίος επιβάτης, τους ενημέρωνε για την απογευματινή ώρα της επιστροφής τους. Ωστόσο παλιότερα,  μερικοί ακόμη κατέβαιναν από τα χωριά και με τα υποζύγια τα οποία  συνήθιζαν να τα δένουν στο Χάνι, το σημερινό, γνωστό Δημοτικό Πνευματικό Κέντρο και Λαογραφικό Μουσείο.

Όμως όλοι οι κάτοικοι των χωριών, συνήθως οι γεωργό-κτηνοτρόφοι, συγκεντρώνονταν για τις δουλειές τους, στην Πλατεία Ελευθερίας και στη Δημοτική Αγορά, που κυρίως είχε προϊόντα μαναβικής. Από εκεί ξεχύνονταν στα γύρω καταστήματα, για τα αναγκαία τους ψώνια.

Την μεταπολεμική περίοδο, το εμπόριο στην πόλη της Κω άνθησε πάρα πολύ.  Σε αυτό βοήθησε το αδασμολόγητο Τελωνιακό καθεστώς, των αφορολόγητων ειδών για τα Δωδεκάνησα,  για μερικά αγαθά, όπως για ποτά, ομπρέλες, γυαλικά, πορσελάνες, σερβίτσια και υφάσματα. 

Η  Ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων και το καλό κλίμα, συνδυασμένα με τα φτηνά αδασμολόγητα προϊόντα, είχαν προσελκύσει και πολλούς Αθηναίους περιηγητές. Αυτοί ήταν και οι πρώτοι τουρίστες, που στήριξαν και ενίσχυσαν την οικονομία του νησιού μας.

Είναι στιγμές που όταν ανηφορίζω από την οδό Υψηλάντη ή κατηφορίζω την Ρήγα Φεραίου, θυμάμαι τους παλιούς εμπόρους της Χώρας του νησιού μας. Ξαναζωντανεύουν μέσα από το διάβα του ανελέητου χρόνου, εκείνα τα πλούσια καταστήματα της μεταπολεμικής Κω.

Η πόλη μας συγκέντρωνε όλο τον εν δυνάμει εμπορικό κόσμο, κατά την δεκαετία του 50 -60. Δεν υπήρχε περίπτωση οι λιγοστοί κάτοικοι των χωριών και οι επισκέπτες, αφού είχαν κάνει τη βόλτα τους από την κεντρική Δημοτική Αγορά, να μην σταματήσουν και στα ποικίλα καταστήματα που ήταν απλωμένα στο κέντρο της πόλης.

Η γλυκιά μυρωδιά από τα ψημένα σημητάκια του Μελασσιανού, που μόλις τα ξεφούρνιζε, σκορπίζονταν τριγύρω, από την Ρήγα Φεραίου μέχρι και το λιμάνι. Φούρνοι υπήρχαν και άλλοι διάσπαρτοι στην πόλη, όπως του Χατζηπέτρου, του Καννά, του Δρόσου, του Κανταρζή και του Πέτρου του Καλούδη, του Σκουλά και άλλοι.

Πιο κάτω δελεαστική και προκλητική ήταν η γεύση, από τα σουβλάκια των αξέχαστων Μαχαιρά και Μωρέ. Διέθεταν και τα δυο μαγαζιά, μεγάλα ‘Τζουκμπόξ’ φερμένα από την Αμερική. Τότε με μισή δραχμή, οι θαμώνες άκουγαν τον Μανόλη Χιώτη, να τους μαγεύει με το μπουζούκι του και την Μαίρη Λίντα, να τους κρατάει μελωδική συντροφιά.

Βέβαια ο Καζαντζίδης και η Μαρινέλλα, ήταν τότε στο απόγειο της μουσικής καριέρας τους. Πιο δίπλα βρισκόταν και η πολυτέλεια του χρυσοχοείου του Κάβουρα. Χρυσοχοεία υπήρχαν πολλά εκεί γύρω, όπως του Χατζηβελούδου, του Χουσείν του Μακρυχαλιλάκη, του Αντώνη του Κουτσουμπάρη, καθώς και το ωρολογοποιείο του Οθωμανού του Βολακά.

Απέναντι από τον φούρνο του Μελασσιανού, βρισκόταν ένα μαγαζί, γεμάτο με υφάσματα, κουρτίνες και είδη νοικοκυριού, αυτό του Καραντώνη. Αργότερα άνοιξε παρόμοιο κατάστημα υφασμάτων ο Τσιρπανλής και ο Άριστος ο Κουνούπης. 

Συνεχίζοντας, στον ανηφορικό δρόμο, συναντούσαμε τα καταστήματα με τις πολύτιμες πορσελάνες και τα σερβίτσια του Κυριάκου Μπακάλογλου, του Κουτούζη, του Γερακιού και της Πόπης του Πουλιού. Δίπλα ήταν το μαγαζί με τα αφορολόγητα ποτά και ουίσκι, του Κουρούνη, καθώς και αυτό των αδελφών Χαρτοφίλη.  Στον ίδιο δρόμο υπήρχε το κατάστημα, με τις μοναδικές σε ποικιλία ομπρέλες και τα υφάσματα του Αντώνη Κιοσόγλου.

Εκεί γύρω ήταν και το μαγαζάκι του Κατέ, δηλ της Τσολάκη Αικατερίνης.

Αυτό εφοδίαζε με εσώρουχα, κάλτσες, μαντήλια, τσεμπέρια, μέχρι και παιχνίδια τους τακτικούς πελάτες της. Πιο πέρα υπήρχε το καλτσάδικο και παράλληλα ομπρελάδικο του Καματερού.

Στην μέση ήταν η Εθνική Τράπεζα και απέναντι βρίσκονταν τα κρύσταλλα και τα γυαλικά, των Αθανασίου- Σοφού.

Φυσικά η μυρωδιά της γλυκιάς μπουγάτσας, ξεχείλιζε από το καφέ-ζαχαροπλαστείο του αξέχαστου Μιχάλη Τσιβρινή, με τα μοναδικά στρογγυλά μπακλαβαδάκια, με τον χάρτη σήμα κατατεθέν της Κω.   Εκεί κοντά βρισκόταν και το γαλακτοπωλείο, το  παραδοσιακό καφενείο, του Χιλμή Παπουτσαλάκη, με το ντόπιο, στραγγιστό γιαούρτι, στο πήλινο κεσεδάκι. Παραδοσιακά καφενεία και εστιατόρια, υπήρχαν διάσπαρτα παντού, από το λιμάνι ως το κέντρο της πόλης.

Επίσης στο λιμάνι ο μαέστρος της ζαχαροπλαστικής ο Ιμπραήμ Φαναρτζής, εκτός από τις ξεχωριστές πάστες Σεράνο με σοκολάτα, διέθετε και το πιο φημισμένο παγωτό καϊμάκι.

Χαρακτηριστική ήταν η ψαροταβέρνα του Τουρκομανώλη, απέναντι από τον Ορφέα, εκεί πουλούσαν και την πόσσα δηλ το κατακάθι του κρασιού το οποίο οι ντόπιοι το χρησιμοποιούσαν για το γνωστά μας κρασσο-τύρι ή κόκκινο-τυρί της τυριάς ή της πόσσας. Επίσης υπήρχε απέναντι,  άλλη μια ψαροταβέρνα του αξέχαστου Κεφάλα με φρέσκα ψάρια και θαλασσινά.

Εκτός από νόστιμους μεζέδες, σερβίρονταν και το καλλίτερο ντόπιο κρασί. Υπήρχε και η ταβέρνα του Γρηγοριάδη, που σέρβιρε τον καλλίτερο πατσά.

Στην κατηφόρα επί της Πλατείας Καζούλη, οι θεριακλήδες καπνιστές, μαζί με κάθε είδους προϊόντα καπνού που αγόραζαν, μπορούσαν να δοκιμάσουν και την τύχη τους στα λαχεία, μέσα στο καπνοπωλείο του Ιωαννίδη. Από εκεί εφοδιάζονταν τα λαχεία και οι πλανόδιοι λαχειοπώλες.

Δίπλα σε αυτό το κατάστημα που λειτουργεί μέχρι και σήμερα, βρίσκονταν το πρακτορείο Τύπου, του Πάτμιου, με κάθε λογής εφημερίδες και περιοδικά. Αυτό προμήθευε και τα περίπτερα, που ήδη ανέφερα σε προηγούμενο άρθρο. Πριν φθάσουμε στο παλιό Ταχυδρομείο, που παλιά βρισκόταν κάτω από το Δημαρχείο, υπήρχαν τα πρώτα Ναυτιλιακά Πρακτορεία του Ανδριωτάκη, του Βουκουβαλίδη, του Σταματιάδη και αργότερα στην απέναντι πλευρά, του Τυρινόπουλου.

Αυτοί ήταν οι στυλοβάτες του τουρισμού της Κω.

Τα πρακτορεία αυτά, μαζί με του Χατζαντώνη και του Μουζουράκη, έκοβαν ακτοπλοϊκά εισιτήρια, όπως για τα πλοία Μιαούλης, Καραϊσκάκης και αργότερα για τα Μιμίκα και Ρενέτα. Φυσικά έκοβαν και Αεροπορικά εισιτήρια, μαζί με το γνωστό και επίσημο γραφείο της Ολυμπιακής Αεροπορίας, επί της οδού Βασιλέως Παύλου, που τώρα πια δεν υπάρχει.

Περνώντας την πέτρινη αψιδωτή πύλη, απομεινάρι του Κάστρου, την οποία πλήγωσε ο μεγάλος σεισμός του 2017, που την ονομάζουν Καμάρα και την στόλιζαν οι μαβί μπουκαμβυύλιες, βρίσκεται μέχρι σήμερα το θρυλικό εστιατόριο Δροσιά. Στην απέναντι γωνιά ήταν ο Αβνής ή ο γνωστός Μακρυχαληλάκης. Δραστήριος  Οθωμανός έμπορος, που διέθετε από λεπτεπίλεπτα ποτήρια, πορσελάνες και μπιμπελό, εκλεκτά μαχαιροπήρουνα μέχρι είδη φωτογραφίας, φιλμ και φωτογραφικές μηχανές.

Παρά πέρα, υπήρχε το ίδιο περίπου μαγαζί, του Μουζουράκη. Και δίπλα άνοιξαν αργότερα κάπου εκεί οι Νεωτερισμοί του Μπακίρη, με τα πρώτα έτοιμα ενδύματα, κυρίως γυναικεία.

Θα πρέπει με σεβασμό να αναφερθούμε και στους βιοπαλαιστές, αυτούς με τα καροτσάκια και τους λιγοστούς πλανόδιους πωλητές όπως τον Κωστάκη, με τους ξηρούς καρπούς στο καλαθάκι του.

Αυτοί κυριολεκτικά ζωντάνευαν την νησιώτικη πόλη.

-Τσίκλες, φιστίκια, πασατέμπο, αιγηνίτικοοοοοο…. φώναζε στους γύρω δρόμους, αλλά και μέσα στα πέντε Σινεμά που άνθιζαν τότε.

Το Άστρο απέναντι από το λιμάνι και σημερινό Ξενοδοχείο της οικογένειας Αδαμαντίδη, ήταν θερινός και χειμερινός κινηματογράφος.

Το REX  το σημερινό Χ -CLUB,  δίπλα στο 3ο Δημοτικό Σχολείο το Αζίλο, το οποίο ήταν χειμερινό και καλοκαιρινό σινεμά.

Το Σπλέντιτ, πίσω από τον παλιό ανθόκηπο και το Κεντρικό, πίσω από το Ξενοδοχείο Μαριτίνα, ήταν άλλα δυο θερινά σινεμά.

Φυσικά λειτουργούσε και λειτουργεί, τον Χειμώνα και το υπέροχο Ιταλικό κτίσμα, το Δημοτικό κινηματοθέατρο Ορφέας. Το καλοκαίρι πάλι απολαμβάνεις ταινίες κάτω από την Πανσέληνο στον θερινό Ορφέα, δίπλα στο παλιό γήπεδο του Ανταγόρα.

Φυσικά όλοι θυμόμαστε τον Αντωνάκη τον Σαλαχώρη, που ολημερίς κάτω από τον καυτό καλοκαιριάτικο ήλιο, μοίραζε δροσιά με το παγωτό καϊμάκι.  -Παγωτάααα….Ιμπρήηηημ….

Το δροσερό παγωτό το έπαιρνε από τον μαέστρο της ζαχαροπλαστικής, τον αξέχαστο Ιμπραήμ Φαναρτζή, που είχε το εργαστήριο του δίπλα στην ξακουστή, ιδιωτική Κλινική, του μοναδικού και φημισμένου πολύ-ιατρού του αείμνηστου Θεόφιλου Πέρου. 

Στην ηλιόλουστη και φιλόξενη πόλη της Κω, με τα λίγα αυτοκίνητα και τα πολλά ποδήλατα, υπήρχε και το ποδηλατάδικο των αδελφών Χατζηπαναγιώτη, κάτω από το Οθωμανικό Τζαμί. Αυτό ήταν ένα από τα πολλά ποδηλατάδικα, εκείνης της αξέχαστης εποχής.

Το πρώτο κατάστημα ηλεκτρικών που άνοιξε, ήταν του Σταμάτη  του Σταμόγλου, με τα πρώτα ηλεκτρικά ψυγεία, που αντικατέστησαν  τα ξύλινα του πάγου. Αλλά και τα πρώτα ηλεκτρικά σίδερα για τα ρούχα, που αντικατέστησαν τον καρβουνιάρη, δηλ το σίδερο σιδερώματος, με ψιλά αναμμένα κάρβουνα. Αργότερα ηλεκτρικά είδη, άνοιξε και ο Τάσος ο Σμαραγδάκης, καθώς και πολλοί άλλοι.

Μπακάλικα και γενικά χονδρεμπόρια είχαν, ο Χριστόδουλος Σταματάκης, ο Παρβέρης, ο Βασιλειαδης, ο Σήκαλης, ο Πραξιτέλης ο Μουζάκης, ο Αλέξης ο Θυμανάκης και ο Ευθύμιος Μαχαιράς.

Παπούτσια έβρισκες στον Καρπαθάκη, πίσω από την Δημοτική Αγορά και στον Τυρά, κάτω από το Τζαμί. Επίσης υπήρχε και το κατάστημα υποδημάτων του Γιαλούση, απέναντι από την Αγορά και του Οθωμανού του Αχμέτ ή Όμερ, με τα χειροποίητα σανδάλια, καθώς και του αείμνηστου Ευθύμιου Τρακόσσα στην Χαντάκα, δηλ στην σημερινή οδό Ιπποκράτους.

Ταξιτζήδες που είχαν την πιάτσα των ταξί στην γνωστή Πλατεία του λιμανιού και κοντά στον αιωνόβιο πλάτανο του Ιπποκράτη ήταν, στην αρχή, ο Νικολής Σταμόγλου  ή Γιαβρούδης, ο Καματερός, ο Λευτεράκης ο Χατζηνικολάου, ο Αντώνης ο Κουφός, ο Χατζηδημήτρης και ο Παπαγγελής, που είχε και τα πρώτα φορτηγά, μαζί με τον Μήτσο τον Κρασά και τον Βασίλη τον Τσουκαλά. Στους πρώτους ταξιτζήδες, στους παλιούς και νέους, έχω πρόσφατα αναφερθεί αναλυτικά σε ειδικό αφιέρωμα.

 Θα ήταν σημαντική παράληψη, να μην αναφερθώ στα πρώτα βιβλιοπωλεία. Πρωτοπόρος ο Δημήτρης ο Γαληνός. Ο παράδεισος του παιδιού ήταν εκείνο το βιβλιοπωλείο. Από εκεί παίρναμε τα Σχολικά βιβλία από τις εκδόσεις Ιωάννη Καμπανά και τα παραμύθια από τις εκδόσεις Αστέρος Παπαδημητρίου. Επίσης εκεί βρίσκαμε τα αξέχαστα κλασσικά εικονογραφημένα και τα μικρά περιοδικά του Ντίσνεϊ, τα Μίκη-Μάους.

Παράλληλα αγοράζαμε και κάθε είδους παιχνίδια και εποχιακά είδη.

Μετά από λίγα χρόνια, τα μαθητικά βιβλία, τα έδινε δωρεάν ο Σχολικός Οργανισμός. Πλούσιο βιβλιοπωλείο, διατηρούσε και ο αξέχαστος Θαλασσινός, το οποίο και συνεχίζουν επάξια οι γιοι του μέχρι και σήμερα.

Επίσης  ο συνταξιούχος αστυνομικός Κώστας Μεγρέμης, άνοιξε άλλο ένα χαρτοπωλείο- βιβλιοπωλείο, στην οδό Ιπποκράτους.

Το πρώτα τυπογραφείο της Κω, που λειτουργεί μέχρι και σήμερα το άνοιξε ο πρωτοπόρος στο είδος, ο Βησσαρίων Σουρασής. Αργότερα είχε ανοίξει τυπογραφείο και ο αξέχαστος Μιχάλης Πασανικολάκης. 

Στην Ιπποκράτους στην Χαντάκα, υπήρχε και το μοναδικό δισκάδικο του Μπάμπη και της δημοτικής μας αοιδού, Άννας Σαρρή- Καραμπεσίνη, δίπλα στα ψιλικά και στα εργόχειρα του Ρείση.

Από εκεί προμηθεύονταν η ταλαντούχα και πρώτη μοδίστρα της Κω η Κοκόνα του Πάχου, όλα τα υλικά της ραπτικής της. Παράλληλα γυναικεία ρούχα έραβαν και η Μαρία του Μαστρογιώργη, μαζί με την Ντομνίτσα και πολλές άλλες αξέχαστες μοδίστρες, όπως και η Μαρία Ορφανουδάκη. (Έχω αναφερθεί σε ειδικό αφιέρωμα στις μοδίστρες της Κω)

Τα αδέλφια Πέτρος και Μαρίτσα Πουλιού, άνοιξαν στην Ιπποκράτους, το πρωτοπόρο κατάστημα αρωμάτων και καλλυντικών. Πολύ αργότερα ο Παρθενιάδης άνοιξε παρόμοιο, κατάστημα στην υπηρεσία της γυναικείας ομορφιάς, στην Πλατεία Καζούλη.

Τα πρώτα και μοναδικά Φαρμακεία της Κω ήταν αρχικά του Νίκου Πετρά, επί της 25 ης Μαρτίου και του ζεύγους Θάλειας Νικολή -Ολυμπίτου, επί της Ιπποκράτους.

Στον ίδιο δρόμο συναντούσαμε επίσης τα πρώτα καταστήματα ετοίμων ενδυμάτων, όπως του Συρεγγέλα και του Διακαναστάση.

Επί της 25ης Μαρτίου, κατάστημα ενδυμάτων είχαν και οι αδελφοί Σούλη. Θα ήταν παράληψη να μην αναφέρουμε και τον πρώτο γυρολόγο του νησιού. Τον Στάθη τον Παπαμανώλη, που έβγαινε και βγαίνει  μέχρι και σήμερα στα χωριά, για να προμηθεύει τις νοικοκυρές με του κόσμου τα καλά. Βέβαια γυρολόγοι περιστασιακοί με διάφορα αγαθά, υπήρχαν και πολλοί άλλοι, στους οποίους και αναφέρθηκα με πρόσφατο ειδικό αφιέρωμα.

Αυτά ήταν περίπου τα πρώτα καταστήματα και οι πρώτοι δραστήριοι επαγγελματίες, της μεταπολεμικής Κω. Μιας πόλης, που όλες τις εποχές, ήταν ένας καταπράσινος, υπαίθριος ολάνθιστος κήπος.

Με τα πέντε περίπτερά της, με τα καταπράσινα πάρκα και του κατακόκκινους ιβίσκους της. Με τους πανύψηλους φοίνικες, στην ομώνυμη λεωφόρο φοινίκων και με το ιστορικό Βενετσιάνικο Κάστρο, δίπλα στο πέτρινο, φυσικό λιμανάκι της.

Σήμερα μια απειλητική ερημιά για την οικονομία του νησιού και της χώρας, απλώνεται παντού, παρέα με την ανατριχιαστική σιωπή, των άλλοτε πολυσύχναστων εμπορικών δρόμων.

Ευχή όλων, η φονική καταιγίδα της παγκόσμιας πανδημίας, σύντομα να περάσει και να έχουμε μια Καλή Χρονιά γεμάτη υγεία και ελευθερία. 


Υ.Γ.  Για να μην θεωρηθεί γκρίζα διαφήμιση, παρέλειψα πολλά σύγχρονα  καταστήματα και πολλούς επαγγελματίες, που ίσως ακόμη να βρίσκονται στη ζωή.  Αν ακούσια λησμόνησα κάποιους παλαιότερους, ζητώ συγνώμη από τους αναγνώστες μου και παρακαλώ να μου τους υπενθυμίσουν.


Ξανθίππη Αγρέλλη

Η ανωνυμία είναι το καλύτερο κρησφύγετο δειλίας και χυδαιότητας!
Σχόλια 1
Πολίτης Κω
Πολίτης Κω 13/01 - 15:22
Εμπόριο
Αξέχαστα χρόνια χωρίς ιούς και πανδημίες. είχαμε λίγα αλλά μας φαίνονταν πολλά με την υπομονή και την εργατικότητα όλων.

Πρόσθεσε ένα σχόλιο

× ExpImage

ΕΞΟΔΟΣ