N. Mανούσης: Το «ΒΗΜΑ» της μνήμης - Τρεις επέτειοι...
12 χρόνια από τον θάνατο του Γιάννη Ιωαννίδη • 50 χρόνια από την έκδοση του «Βήματος της Κω» • 45 χρόνια από τη δημοσίευση του άρθρου «Πώς τιμούμε τους νεκρούς μας;», που γράφτηκε λίγες ημέρες μετά τον θάνατο του Σταμάτη Κ. ΜανούσηΔώδεκα χρόνια μετά , ο Γιάννης Ιωαννίδης εξακολουθεί να μας μιλά Ένας άνθρωπος, ένα άρθρο, μια διαχρονική παρακαταθήκηΗ σημερινή ημέρα σηματοδοτεί τη συμπλήρωση δώδεκα χρόνων από την απώλεια του Γιάννη Ιωαννίδη. Δημοσιογράφος, άνθρωπος του πνεύματος και της δημόσιας ζωής της Κω, άφησε το δικό του αποτύπωμα όχι μόνο μέσα από την αρθρογραφία του, αλλά και μέσα από τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόταν την ευθύνη του λόγου απέναντι στην ιστορία και την κοινωνία.Η επέτειος αυτή συμπίπτει φέτος με μία ακόμη σημαντική στιγμή: τη συμπλήρωση πενήντα χρόνων από την έκδοση του «Βήματος της Κω», (1η Απριλιου1976) μιας εφημερίδας που επί μισό αιώνα καταγράφει τα γεγονότα, τα πρόσωπα και τις διαδρομές του τόπου μας, αποτελώντας πολύτιμο κομμάτι της σύγχρονης ιστορίας της Κω.Παράλληλα, συμπληρώνονται σαράντα πέντε χρόνια από τη δημοσίευση ενός άρθρου του Γιάννη Ιωαννίδη, ( 1η Αυγούστου 1981 αρ. Φύλλου 65)που έμελλε να ξεπεράσει τα όρια της επικαιρότητας και να αποκτήσει διαχρονική αξία. Το άρθρο με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Πώς τιμούμε τους νεκρούς μας;» δημοσιεύθηκε λίγες ημέρες μετά τον θάνατο του οφθαλμιάτρου, πρώην Υπουργού και Βουλευτή Δωδεκανήσου Σταμάτη Κ. Μανούση.Δεν ήταν ένα κείμενο που περιοριζόταν στην αναφορά ενός προσώπου. Ήταν μια πρωτογενής ιστορική μαρτυρία της εποχής του, γραμμένη σε μια περίοδο όπου η πολιτική ένταση παρέμενε έντονη, η μνήμη της Αποστασίας ήταν ακόμη ζωντανή και η τοπική κοινωνία δεν είχε πλήρως συνειδητοποιήσει το εύρος της προσφοράς του Μανούση. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Ιωαννίδης επιλέγει να σταθεί με νηφαλιότητα και τόλμη, προσφέροντας ένα κείμενο που σήμερα αποκτά ιδιαίτερη ιστορική βαρύτητα.Η μεθοδολογία του είναι σαφής και διαχρονικά επίκαιρη. Ξεκινά από μια θεμελιώδη παραδοχή: «Η αντικειμενική κρίση δεν είναι καθόλου εύκολη δουλειά». Με αυτή τη φράση θέτει το πλαίσιο μιας ολιστικής προσέγγισης, που δεν απομονώνει ένα γεγονός, αλλά εξετάζει το σύνολο της ζωής και της δράσης ενός ανθρώπου. Σε αντίθεση με αποσπασματικές και συχνά άδικες κρίσεις, ο Γιάννησ Ιωαννίδης αξιολογεί τόσο την πολιτική πράξη όσο και το επιστημονικό, κοινωνικό και ανθρωπιστικό έργο του Μανούση, εφαρμόζοντας αυτό που σήμερα θα ονομάζαμε ιστορική δικαιοσύνη.Στο κείμενό του αναγνωρίζεται με σαφήνεια η έκταση της προσφοράς του. Αναφέρεται στην αναμόρφωση του Νοσοκομείου Κω, επισημαίνοντας ποιος το ενίσχυσε με ειδικότητες και εξοπλισμό. Υπενθυμίζει τον αγώνα για τη δημιουργία νέου νοσοκομείου, σημειώνοντας ότι υπήρχε εξασφαλισμένη χρηματοδότηση, αλλά απαιτούνταν η εξεύρεση χώρου. που ευρέθη τελικά.Περιγραφει διακριτικά την δημιουργία του Νέου λιμανιού Καταγράφει τη δωρεάν ιατρική φροντίδα που προσέφερε σε πλήθος ανθρώπων, καθώς και τη στήριξη νέων για σπουδές ως και την προσφορά στέγης σε δεκάδες οικογένειες.Ιδιαίτερη σημασία έχει και η επισήμανση ότι ακόμη και πολιτικοί αντίπαλοι αναγνώριζαν το ανθρωπιστικό του ανάστημα και τον ακέραιο χαρακτήρα του.Ο Ιωαννίδης δεν αποσιωπά την πολιτική πράξη της Αποστασίας. Την χαρακτηρίζει ως «αναμφισβήτητα λαθεμένη», αλλά την εντάσσει στο ιστορικό της πλαίσιο. Αναγνωρίζει ότι ο Μανούσης έδρασε μέσα σε συνθήκες που διαμορφώθηκαν από εμπειρίες όπως η ιταλική κατοχή και οι διώξεις, και ότι η επιλογή του συνδέθηκε με την πεποίθηση —έστω λανθασμένη— ότι θα μπορούσε να προσφέρει περισσότερα στον τόπο του. Με αυτόν τον τρόπο, διαχωρίζει το λάθος από την πρόθεση, αποδίδοντας μια πιο δίκαιη και ανθρώπινη ερμηνεία.Το κείμενο κορυφώνεται με μια έντονη ηθική επισήμανση για τη μεταθανάτια αντιμετώπιση του Μανούση. Η απουσία ακόμη και μιας στοιχειώδους δημόσιας αναγνώρισης καταγράφεται ως ένδειξη μιας μικρότητας που δεν τιμά την κοινωνία. Η παρατήρηση αυτή δεν αφορά μόνο το παρελθόν, αλλά λειτουργεί ως διαχρονική υπενθύμιση για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τη μνήμη των ανθρώπων που προσέφεραν.Σαράντα πέντε χρόνια αργότερα, το ερώτημα του Ιωαννίδη παραμένει ζωντανό.Πώς τιμούμε πραγματικά τους ανθρώπους που πρόσφεραν στον τόπο;Με την αποσιώπηση ή με τη γνώση της ιστορίας τους;Με την πρόσκαιρη αναφορά με συνθήματα ή με τη συστηματική διάσωση των τεκμηρίων της ζωής και της δράσης τους;Με την εύκολη λήθη ή με την ευγνωμοσύνη που μετατρέπεται σε ιστορική συνείδηση;Η ιστορία της Κω είναι πλούσια σε ανθρώπους που εργάστηκαν αθόρυβα για τον τόπο τους. Όλοι αποτελούν κρίκους της ίδιας αλυσίδας. Όταν ένας κρίκος χαθεί από τη συλλογική μνήμη, φτωχαίνει ολόκληρη η ιστορία του τόπου.Οι τρεις αυτές επέτειοι δεν αποτελούν απλώς χρονικές συμπτώσεις. Συνδέονται ουσιαστικά μεταξύ τους: ο Ιωαννίδης ως φορέας ενός υπεύθυνου δημόσιου λόγου, το «Βήμα της Κω» ως χώρος καταγραφής και διατήρησης της ιστορικής μνήμης, και το ίδιο το άρθρο ως τεκμήριο που καλεί σε δίκαιη αποτίμηση του παρελθόντος.Ίσως αυτή να είναι και η μεγαλύτερη δικαίωση του ίδιου του Γιάννη Ιωαννίδη. Ότι το ερώτημα που έθεσε εξακολουθεί να μας απασχολεί και να μας καθοδηγεί.Τιμούμε τους νεκρούς μας όταν δεν τους αφήνουμε να ξεχαστούν. Όταν διασώζουμε το έργο τους, όταν υπηρετούμε την ιστορική αλήθεια και όταν παραδίδουμε στις επόμενες γενιές όχι μόνο τα ονόματά τους, αλλά και τους λόγους για τους οποίους αξίζει να τους θυμόμαστε.Αυτό είναι το ουσιαστικό χρέος της μνήμης.Ακολουθεί το άρθρο του Γιάννη Ιωαννίδη (ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΩ 1 Αυγούστου 1981 αριθμός φυλλου :65)Ιωαννιδης Πώς τιμούμε τους νεκρούς μας;«Η ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ κρίση, δεν είναι καθόλου εύκολη δουλειά, ειδικά όταν πρόκειται για τη ζωή και το έργο ανθρώπων που δεν βρίσκονται πια ανάμεσά μας. Τέτοιες περιπτώσεις συνέπεσαν τυχαία στον ίδιο χρόνο, είναι οι θάνατοι των Μ. Πασσανικολάκη και Σ. Μανούση. Απλή σύμπτωση και καμία πρόθεση για παραλληλισμό. Μια μονάχα παρατήρηση, μιας κάποιας μερίδας ανθρώπων, μικρής ή μεγάλης δεν έχει ίσως τόση σημασία. Εξαρτάται πώς αναλύει κανένας τα γεγονότα, αν τα βλέπει δηλ. με το πολιτικό και μόνο κριτήριο ή σκοπιμότητα ή αν αφήνει να επηρεάζεται και από ένα ουμανιστικό συναίσθημα. Θέμα λοιπόν χαρακτήρα.Για τον Μ. Πασσανικαλάκη, ακούστηκε από μερικούς ότι τιμήθηκε “περισσότερον” του δέοντος». Θέση του “ΒτΚ” είναι ότι ίσως για πρώτη φορά εμείς οι Κώοι, τιμήσαμε κάποιον όπως και όσο του άξιζε. Δεν είναι επιχείρημα το ότι παλαιότερα άλλοι Κώοι με θετική δράση δεν τιμήθηκαν ή τιμήθηκαν λιγότερο. Απλά η περίπτωση Πασσανικολάκη πρέπει να μας διδάξει ότι κάποτε πρέπει να τιμούμε τους νεκρούς μας όπως και όσο τους αξίζει, ανεξάρτητα από τις ιδιαίτερες συνθήκες της εποχής…Η περίπτωση του Σ. Μανούση, δεν είναι βέβαια το ίδιο απλή. Όταν ζυγίζει όμως κάποιος ένα πράγμα δεν θα κοιτάξει μονάχα τη μία πλευρά. Υπάρχει, και μάλιστα σε τεράστια έκταση η θετική πλευρά της πολύπλευρης προσφοράς του πατριώτη, του φιλάνθρωπου, του επιστήμονα, του ανιδιοτελούς πολιτικού. Υπάρχει μια αναμφισβήτητα λαθεμένη πολιτική του πράξη, για την οποία όμως υπάρχει το ελαφρυντικό, ότι κινήθηκε από ανιδιοτελείς σκοπούς. Πίστευε (κακώς) ότι με την πράξη του εκείνη, θα πρόσφερε (και πρόσφερε) περισσότερα πράγματα σαν πολιτικός στην Κω, την οποία αγάπησε με πάθος. Είχε ζήσει σε άλλες εποχές, κάτω από ειδικές συνθήκες (ιταλική κατοχή, διώξεις κ.λπ.). Η αγάπη του αυτή για την Κω, τον έκανε να αισθάνεται μεγαλύτερο το χρέος του απέναντι στη γενέτειρά του και να υποβαθμίσει το ρόλο του σαν εκφραστή μιας ευρύτερης μερίδας, μιας πιο πλατειάς ιδεολογικής αντίληψης.Έχουμε λοιπόν, ένα πολιτικό λάθος, έχουμε όμως και μια τεράστια κοινωνική προσφορά. Με ποιο δικαίωμα βλέπουμε το… “έγκλημα” και κλείνουμε τα μάτια μας στη μακρόχρονη προσφορά του Μανούση; Ποιος μπορεί να ξεχάσει ποιος μεγάλωσε το Νοσοκομείο με τις νέες ειδικότητες και τον επιστημονικό εξοπλισμό και τις ικεσίες του για την εξεύρεση χώρου για να χρηματοδοτήσει ΝΕΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ; Ποιος μπορεί να ξεχάσει (τότε που δεν υπήρχαν αεροπλάνα) πώς ανεβαίναμε και κατεβαίναμε με τις βάρκες στα καράβια; Ποιος μπορεί να ξεχάσει πόσοι άνθρωποι σπούδασαν με τη φροντίδα του Μανούση; Ποιος μπορεί αν ξεχάσει πόσους γιάτρεψε ΔΩΡΕΑΝ και πόσους φιλοξένησε στην κλινική του, που για τα χρόνια εκείνα ήταν παράλληλα και ξενοδοχείο; Ποιος μπορεί να βρεθεί και να υποστηρίξει πώς αν τουλάχιστον δεν ευεργετήθηκε από τον Μανούση, πάντως οπωσδήποτε δεν τον έβλαψε; Ακόμα και οι πολιτικοί του αντίπαλοι της δεξιάς, όταν μιλούσαν για τον Μανούση, αναγνώριζαν το ανθρωπιστικό του ανάστημα και τον ακέραιο χαρακτήρα του, χαρακτήρα χάρη στον οποίο βρέθηκε τα τελευταία του χρόνια, οικονομικά κατεστραμμένος…Ο ΆΝΘΡΩΠΟΣ, λοιπόν, αυτός, μιας και το θέμα μας είναι “πώς πρέπει να τιμούμε τους νεκρούς μας”, δεν άξιζε ούτε μια ολιγόλεπτη συζήτηση στο Δήμο για να εκφραστούν τα συλλυπητήρια στους συγγενείς του και να καταθέσουν ένα απλό δάφνινο στεφάνι;ΓΙΑΝΝΗΣ Γ. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣΒημα της ΚωΙούλιος 1981»