Ραδιόφωνο Live Επικοινωνία Χρήσιμα τηλέφωνα Φαρμακεία
Follow us
Σχολίασε την φωτογραφία 0 σχόλια
×

Όταν τα κοινωνικά προβλήματα βρίσκονται δίπλα μας (γράφει η Ξανθίππη Αγρέλλη)

04/09/2022
41 Εμφανίσεις
0 Σχόλια

Τα περήφανα γηρατειά της Ελλάδας

Διαβάζουμε καθημερινά στις ειδήσεις…..

‘Ζευγάρι υπερήλικων πέθαναν μόνοι και αβοήθητοι και κανείς  δεν τους αναζήτησε, μόνο τους πρόδωσε η δυσάρεστη οσμή του θανάτου’.

‘Δυο γεροντάκια ανάμεσα σε χιλιάδες  κόσμου, βρέθηκαν νεκρά, μετά από ημέρες απουσίας από την γειτονιά’.

Ανάμεσα σε πολλά εκατομμύρια κόσμου, άνθρωποι της διπλανής πόρτας, φεύγουν μόνοι και έρημοι. Γροθιά  στο στομάχι,  οι θλιβερές είδησης. Πέρα  από αυτοχειρίες, δολοφονίες, γυναικοκτονίες, εγκλήματα κάθε είδους  και βιασμούς, στις πλούσιες πρωτοσέλιδες ειδήσεις και οι μοναχικοί θάνατοι των εγκαταλειμμένων γερόντων.


Άνθρωποι με κινητικά προβλήματα ή με άνοια  μένουν αβοήθητοι και υποσιτίζονται, γιατί δεν μπορούν να πάνε για τα καθημερινά ψώνια και για τα στοιχειώδη φάρμακα. 

Άλλοι με ανίατες ασθένειες και γεροντική άνοια,  μένουν  συντροφιά με την μοναξιά τους ή  με κάποιους ‘επιτήδειους,’ που επιβουλεύονται τα υπάρχοντά τους και  εκμεταλλεύονται το κενό του μυαλού τους. 

Τραγικές φιγούρες, μερικοί ηλικιωμένοι που  αυτοκτονούν, γιατί δεν προσδοκούν τίποτα εκτός από τη  βασανιστική μοναξιά και την εκκωφαντική σιωπή στη ζωή τους.

Όλοι αυτοί που μένουν αβοήθητοι, συνήθως δεν τους αναζήτησε κανείς. Άραγε όλοι αυτοί δεν είχαν παιδιά, εγγόνια, συγγενείς, φίλους ή  γείτονες να τους νοιαστούν; Να  προστρέξουν, να μάθουν αν είναι καλά, να τους δουν αν χρειάζονται βοήθεια;  Στα  χωριά και στην ύπαιθρο, οι άνθρωποι είναι πιο οικείοι, είναι  ποιο συντρεχτικοί. Στις  πόλεις αν και μένουν δίπλα, δίπλα, υπάρχει μεγάλη απόσταση μεταξύ τους.  

Όλοι αυτοί, που η κοινωνία τους έβαλε στο περιθώριο, όλα αυτά, τα περήφανα γηρατειά της Ελλάδας, που παραγκωνίστηκαν από τα αδιάφορα νιάτα, υπήρξαν δραστήριοι νέοι.  

Μεγάλωσαν, σπούδασαν, ερωτεύτηκαν, αγαπηθήκαν, παντρεύτηκαν, έφεραν στον κόσμο παιδιά, εγγόνια και εργάστηκαν σκληρά. Πάντρεψαν  τα παιδιά τους και άφησαν τα χνάρια τους, στον μάταιο τούτο κόσμο. Είναι  συνάνθρωποι μας, που τους συναντάμε στο δρόμο, στη γειτονιά, στον μπακάλη, στον μανάβη και στο φούρνο. Μπορεί  να είναι συντοπίτες μας, μακρινοί συγγενείς, φίλοι και γείτονες, που όμως είναι ξεχασμένοι από όλους και από όλα. Παρόλα αυτά, έχουν ο ένας τον άλλον, αυτά τα ανήμπορα γεροντάκια μέχρι το τέλος της ζωής τους. Συζούν πολλά χρόνια μαζί, για αυτό και φεύγουν σχεδόν μαζί. Η  φυγή τους από τα κοσμικά, μετά την σύνταξη τους και η απόλυτη μοναξιά για αυτούς, σημαίνει ζωντανός θάνατος. Ο πραγματικός θάνατος, έρχεται ξαφνικά, παρέα με την αβάσταχτη  μοναξιά τους, σε ένα απρόσωπο διαμέρισμα. Μια στατιστική έρευνα, αναφέρει πως πάνω από μισό εκατομμύριο, ηλικιωμένοι συνταξιούχοι, ζουν μόνοι και ξεχασμένοι στη χώρα μας. Τα  περισσότερα άρρωστα, υπερήλικα ζευγάρια, που δεν έχουν κανέναν να τους στηρίξει, ούτε το ίδιο το Κράτος, είναι άλλοι παρατημένοι  σε διαμερίσματα, από τα παιδιά και τους δικούς τους. Άλλοι είναι παρκαρισμένοι και ολομόναχοι, σε οίκους ευγηρίας ή  σε Εκκλησιαστικά ευαγή ιδρύματα. Περιμένουν μια φιλική κουβεντούλα, εκτός από ένα πιάτο φαί και ένα ζεστό κρεβάτι

‘Τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου για να ζήσεις   καλά και πολλά χρόνια’. 

Η Πέμπτη από τις Δέκα Εντολές του Δημιουργού, στον Μωυσή  (Έξοδος).  

Ποιός τιμάει σήμερα,  τους γέροντες γονείς του;  Ελάχιστοι, για αυτό η σημερινή κατάσταση   των μοναχικών γερόντων, δεν αντέχεται, δεν χωνεύεται. Ιδίως  όταν οι μοναχικοί γέροντες, είναι οι γονείς, οι παππούδες, οι θείοι, κάποιων που θα μπορούσαν να τους εξασφαλίσουν, μια προσωπική βοηθό στο σπίτι, αντί να τους ξεφορτώνονται στα διάφορα Γηροκομεία, σαν άχρηστα αντικείμενα. Θα  πρέπει να σταθούν δίπλα τους και να τους κρατήσουν το χέρι, στη αρρώστια και στο γήρας, μέχρι το τέλος του βίου τους. Δυστυχώς  κανείς δεν ρίχνει ένα συμπονετικό δάκρυ, βλέποντας ή μαθαίνοντας τους απόκληρους της ζωής, τους απόμαχους της δουλειάς, να φεύγουν μόνοι για το μεγάλο, αιώνιο ταξίδι τους.  Μακάρι να μην έζησαν άσημοι και απαρατήρητοι, όπως έφυγαν.  Μακάρι να είχαν μια γεμάτη ζωή, με μικρές και μεγάλες απολαύσεις, με πολλά ταξίδια στον κόσμο, με έρωτες, αγάπες, χορούς και πανηγύρια. Με  οικογένεια, παιδιά και εγγόνια, αντάξια τους. Όλα  αυτά, να τα έζησαν  μόνο και μόνο, ώστε η ζωή τους να άξιζε κάτι περισσότερο, από το μοναχικό και  καταφρονημένο τέλος τους. Ίσως μάταια να περίμεναν, ώστε να μην τους ξέχασαν οι δικοί τους, να μην τους εγκατέλειψαν, έτσι άσπλαχνα, τα σπλάχνα τους.  Σίγουρα  θα παρακαλούσαν τα παιδιά και τα εγγόνια τους, να τους σκέπτονται και να τους επισκέπτονται, που και που, για να τους μιλούν με αγάπη και να τους στηρίζουν.   Όχι να νοιώθουν επειδή πάρα μεγάλωσαν, παρατημένοι από τη ζωή και χαμένοι στις αναμνήσεις, της κάποτε ένδοξης νιότης τους. Αλλά μέσα στην συντροφιά της μοναξιάς και στην πίκρα της εγκατάλειψης,  που είναι η Πολιτεία για να στηρίξει τα περήφανα γηρατειά, όχι με λόγια αλλά με έργα; Και  εδώ είναι παντελώς απούσα, πέραν ορισμένων σποραδικών Κρατικών Ιδρυμάτων και μερικών ομίλων, φροντίδας ηλικιωμένων. 

Μήπως λοιπόν  η αλαζονεία της νιότης, τυφλώνει τους πάντες και ξεχνούν τους απόμαχους της ζωής; Μήπως  όλοι εμείς δεν πιστεύουμε, ότι θα έχουμε την ιδία μοίρα, ίσως και χειρότερη και νομοτελειακά, θα καταλήξουμε στο ίδιο σημείο; 

Γράφει ο αγαπημένος των παιδικών μου χρόνων, μεγάλος Έλληνας, συγγραφέας, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης 

‘Χειμώνας βαρύς οικία καταρρέουσα, καρδιά ρημαγμένη, μοναξιά. Κόσμος  βαρύς, κακός, ανάλγητος, υγεία καταστραμμένη, σώμα φθαρμένο από τη δουλειά, βασανισμένο από την ασθένεια, τα σωθικά του λαβωμένα.  Δεν  μπορεί πια να ζήσει, να κινηθεί, να αισθανθεί, να χαρεί τη ζωή.’ 

Στον φετινό δύσκολο Χειμώνα, λόγω της  ενεργειακής,  οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, ας θυμηθούμε ότι κάπου ανάμεσα μας, βρίσκονται  τα τραγικά, μοναχικά, υπερήλικα ζευγάρια, παρατημένα από τη ζωή και ξεχασμένα από τους ανθρώπους. Αυτά που  δεν αντέχουν άλλο, την μοναξιά γύρω τους, που τις νύχτες γίνεται λύκος και ουρλιάζει. Ράπισμα στην σημερινή, σύγχρονη εφημερεύουσα κοινωνία.

‘Κύριε το γήρας περικράτησον,’ λέει ο Μέγας Βασίλειος, στην προσευχή για τους ηλικιωμένους ανθρώπους.

Η ανωνυμία είναι το καλύτερο κρησφύγετο δειλίας και χυδαιότητας!
Σχόλια 0

Πρόσθεσε ένα σχόλιο

× ExpImage

ΕΞΟΔΟΣ