Στις 9 Οκτωβρίου του 1874, στη Βέρνη πρωτεύουσας της Ελβετίας, έγινε η πρώτη ανακήρυξη της Παγκόσμιας Ημέρας, των Ταχυδρομείων. Η ημέρα αυτή υπογράφηκε επίσημα πολύ αργότερα, το 1969, στο Τόκυο πρωτεύουσα της Ιαπωνίας και γιορτάζεται από τότε. Τα Ελληνικά Ταχυδρομεία, είχαν το μονοπώλιο της μεταφοράς δεμάτων και επιστολών, μέχρι το 1980.
Όμως από το 1981- 1986 μέχρι και το 1990, άρχισαν σταδιακά να λειτουργούν και Ιδιωτικές Εταιρίες μεταφορών δεμάτων και επιστολών. Το 2002 τα Ελληνικά Ταχυδρομεία, δημιούργησαν ξεχωριστό παράρτημα αποστολών δεμάτων, ενώ το 2012 δια νόμου, ελευθερώθηκαν οι άδειες, για όλες τις Εταιρίες σύντομης μεταφορικής, δεμάτων, οι γνωστές μας ‘Κούριερ.’
Έκτοτε τα Ελληνικά Ταχυδρομεία, άρχισαν να συρρικνώνονται μπροστά στα ηλεκτρονικά ταχυδρομεία, τα emailκαι να καταργούν πολλά γραφεία, αλλά ωστόσο συνεχίζουν να μας εξυπηρετούν.
Κοιτάζοντας στην βιβλιοθήκη μου, βρήκα ένα παλιό άλμπουμ, με παλιά γραμματόσημα και μερικά παλιά φάκελα, όπου τα γραμματόσημα, είχαν ως αντίτιμο την θρυλική δραχμή. Γύρισα το χρόνο, πίσω στις καλές εποχές των φιλοτελιστών, με την μανία συλλογής γραμματοσήμων και των παλιών Ελληνικών Ταχυδρομείων, (ΕΛΤΑ).
Τότε που οι ταχυδρόμοι, γυρνούσαν από σπίτι, σε σπίτι ή από καφενείο σε καφενείο, για να φέρουν ως αγγελιαφόροι, καλά ή δυσάρεστα μαντάτα, από τους ξενιτεμένους. Έτσι για να ενώσουν με μια αόρατη κλωστή, φίλους και συγγενείς ή για να ανοίξουν αλληλογραφία και να γνωρίσουν καινούργιους ανθρώπους, από άλλους τόπους. Υπήρχε τότε και η υπηρεσία, Διεθνούς αλληλογραφίας με άλλες χώρες.
Ήταν η εποχή που ο ταχυδρόμος, σηματοδοτούσε ακόμη και την ώρα, ώστε οι κάτοικοι να λένε ‘πριν ή μετά τον ταχυδρόμο,’ ορίζοντας έτσι, τις δραστηριότητές τους. Πόση αγωνία είχαν κυρίως οι χωρικοί, μέχρι να έρθει ο ταχυδρόμος στο καφενείο, για να δουν αν έχουν νέα στο γράμμα ή κανένα μικρό δεματάκι χαράς.
Πως να ξεχάσει ο ταχυδρόμος, τα δάκρυα και την συγκίνηση της μάνας, όταν έπαιρνε γράμμα ή τσέκι με λίγα δολάρια, από τα ξενιτεμένα παιδιά της. Ο ταχυδρόμος έφερνε τότε, μικροδέματα και επιστολές και αργότερα τις συντάξεις. Όμως δεν έφερνε λογαριασμούς, αφού άλλωστε στο χωριό δεν υπήρχε ούτε ρεύμα, ούτε νερό, μόνο οι βρύσες της δημοσιάς, μα ούτε και τηλέφωνο.

Βέβαια από εκείνο το μοναδικό τηλέφωνο, στο καφενείο ή στο τοπικό Αστυνομικό Τμήμα, για ώρα ανάγκης. Έτσι τα γράμματα αυτά, ήταν ο μόνος τρόπος επικοινωνίας, μεταξύ των ανθρώπων, αφού ο ρόλος των ταχυδρομικών υπηρεσιών, ήταν ζωτικός, βαθιά ανθρωπιστικός και συνέβαλλε στην κοινωνική συνοχή, στην επικοινωνία και στην οικονομική ανάπτυξη, κάθε χωριού και κοινότητας.
Ένας εκ των παλαιοτέρων άοκνων και ευσυνείδητων, υπηρετών της Ελληνικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας, ήταν και ο αξέχαστος Αναστάσιος Ρήνος, ο γνωστός σε όλους, ο Τάσος ο ταχυδρόμος. Όσο ήταν κοντά μας, κάποια μέρα μας καλοδέχθηκε με φιλόξενη διάθεση στο σπίτι του, μαζί με τον μικρότερο γιο του τον Γιάννη. Μας αφηγήθηκε πολλά, με πλήρη διαύγεια πνεύματος και φορτωμένη την μνήμη του, από ονόματα και γεγονότα, σχετικά με τα παλιά Ταχυδρομεία.
Γεννημένος στην Κω το 1928, μετά την αποχώρηση των Άγγλων, ανέλαβε μαζί με άλλους ως υπάλληλος στα Ελληνικά Ταχυδρομεία, από το 1936 μέχρι το 1982. Μέχρι τα 52 του χρόνια που συνταξιοδοτήθηκε, μοίραζε παντού για 35 ολόκληρα χρόνια, τα μαντάτα ως άλλος αγγελιοφόρος Ερμής.
Τότε που οι παλιοί ταχυδρόμοι, χρησιμοποιούσαν υποζύγια, εκείνος μετά από ένα σύντομο πέρασμα στο μοναδικό Ταχυδρομείο της πόλης, τότε που στεγάζονταν κάτω από το κτήριο της Δημαρχίας, ανέλαβε το Αγροτικό Ταχυδρομείο. Αυτό περιελάμβανε το Πλατάνι, δηλαδή τον παλιό Κερμετέ, το Ασφενδιού και το Πυλί. Στο Πυλί, είχε δικαίωμα διαμονής με 3 δρχ. τη βραδιά, αλλά προτιμούσε να μην το χρησιμοποιήσει και να μετακινείται με το λεωφορείο του ΚΤΕΛ και με το ποδήλατό του. Δούλευε ασταμάτητα όλη μέρα, γιατί αυτή η δουλειά, δεν χωρούσε στα ωράρια, μας είπε. Εκείνο που τον δυσκόλευε πολύ, ήταν οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες, όπως οι βροχές και το κρύο του Χειμώνα ή και η αφόρητη ζέστη το Καλοκαίρι.
Φόρτωνε στο παλιό χοντροκομμένο, μαύρο και ανθεκτικό ποδήλατο, τον γεμάτο ταχυδρομικό του σάκο και ανέβαινε ως το Πλατάνι. Από εκεί περνούσε τον χωματόδρομο του Ασκληπιείου και βρισκόταν στις πέντε ενορίες του Ασφενδιού, δηλαδή, Χαιχούτες, Ασώματος, Λαγούδι, Ζιά και Ευαγγελίστρια. Συνήθως μαζεύονταν οι παραλήπτες, στο καφενεδάκι της Παναγιάς της Ευαγγελίστριας, που το δούλευαν στην αρχή ο Χαζαντώνης και αργότερα ο Κουσπακίδης.
Όσοι κάτοικοι δεν έρχονταν, ήταν αναγκασμένος να αφήνει το ποδήλατο του και σπίτι- σπίτι, γειτονιά-γειτονιά, να μοιράζει γράμματα, τσέκια μεταναστών, συντάξεις, επιταγές, ταχυδρομικό ταμιευτήριο ή να παίρνει για να ταχυδρομήσει, την αντίστοιχη αλληλογραφία των χωρικών.
Όλα τα χωρούσε ο δερμάτινος ταχυδρομικός σάκος, εκτός από δέματα.
Ύστερα, πήγαινε στην πλατεία του Αη Γιώργη στο Πυλί και μοίραζε τα μαντάτα ή την επιστολογραφία και ανάλογα, τη γυρνούσε στα σπίτια του χωριού. Στο Λαγούδι, γνώρισε και την σύζυγο του, την όμορφη Κατερίνα Τσαγκάρη. Του άρεσε πολύ όποτε πήγαινε τα γράμματα στο χωριό της, αλλά δεν της το είπε. Ώσπου σε ένα πανηγύρι του Ασωμάτου, βρέθηκαν με τον αδελφό της και έτσι τόλμησε και την ζήτησε. Ήταν κόρη του Γιάννη Τσαγκάρη, κλητήρα της κοινότητας του χωριού. Του χάρισε τρεις υπέροχους υιούς, με εγγόνια, αλλά έφυγε νωρίς, ταλαιπωρημένη από την ανίατη ασθένεια.
Ο αείμνηστος Τάσος ο ταχυδρόμος του χωριού, δεν είναι πια κοντά μας, έφυγε σε βαθύ γήρας. Αλλά πριν φύγει, μας εντυπωσίασε με ένα ξεχωριστό δικό του χώρο, όπου με περηφάνια είχε συγκεντρώσει, σπάνιες εικόνες, παλιά οικογενειακά κειμήλια και πολλές φωτογραφίες. Όλα αυτά του διηγούνταν την διαδρομή του ή του θύμιζαν αγαπημένα του πρόσωπα, που δεν βρίσκονταν πια κοντά του, για να τον συντροφεύουν και που σημερα τα παιδιά του, τα διατηρούν με πολύ σεβασμό.
Τα Αγροτικά Ταχυδρομεία, ήταν δυο και χωρισμένα στις ανάλογες περιφέρειες. Του Ασφενδιού, με το Πυλί και τον Κερμετέ ή Πλατάνι και της Αντιμάχειας, με το Μαστιχάρι, την Καρδάμαινα και την Κέφαλο. Ταχυδρόμος ήταν εκεί στην Αντιμάχεια, ο αείμνηστος Ηλίας Γρηγορίου, τον οποίο επάξια διαδέχθηκε υιός του Ντίνος, ο Κωνσταντίνος Γρηγορίου, ερχόμενος με μετάθεση από τη Ρόδο. Στο ίδιο Ταχυδρομείο, προσέφερε τις υπηρεσίες του και ο ταχυδρόμος ο Τριτσάρης, επίσης από την Αντιμάχεια, όπου μοίραζαν την αλληλογραφία σε όλα τα γύρω κοντινά ή μακρινά χωριά.
Μετά την Ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων, το 1947, τα Ελληνικά Ταχυδρομεία, γνώρισαν ιδιαίτερη άνθιση, όχι μόνο στα χωριά, αλλά και στην πόλη. Ενθυμούμενος με πολλή αγάπη και σεβασμό, ο αξέχαστος Τάσος ο παλιός ταχυδρόμος, μας ανέφερε τους παλιούς ταχυδρόμους της Κω, που πέρασαν από την υπηρεσία του Ερμή.
Ο Δημοσθένης ο Στεφάνου, ο Κώστας ο Ασλάνης, ο Κώστας ο Τσιγαράς, ο Δημοσθένης ο Κώστογλου, ο Νίκος ο Κυριακού, ο Μιχάλης ο Τσάμπαλας, ο Μιχάλης ο Τζαβέλας και ο Χαρτοφίλης Μιχάλης, καθώς και άλλοι που ζητάμε συγνώμη αν δεν τους θυμόμαστε, για να τους αναφέρουμε.
Φυσικά αξέχαστη έμεινε η Μαρία η Χαλκίτη, μαζί με τον γαμπρό, σύζυγο της αδελφής της Γιάννη Γλύκα, που βρισκόταν πάντα στο γκισέ των γραμματόσημων, του παλιού Ταχυδρομείου, πριν μεταφερθεί στην θέση που είναι τώρα, επί της οδού Βασιλέως Παύλου. Βέβαια σήμερα ανέλαβαν αξιόλογα, νέα στελέχη, μέσα στα Ελληνικά Ταχυδρομεία του νησιού μας.
Συνεχίζοντας την διήγησή του και ζωντανεύοντας άλλες εποχές, όπου τα ηλεκτρονικά μέσα δεν είχαν εισβάλλει για να εκδιώξουν την παραδοσιακή αλληλογραφία, ο αείμνηστος Τάσος μας είπε, πως εκεί προς το τέλος της θητείας του, κατάφερε και πήρε ένα μηχανάκι και όταν του χάλασε σε τρία- τέσσερα χρόνια, το αντικατέστησε με ένα άλλο, μέχρι την σύνταξή του.
που θυμόταν, είναι με πόση λαχτάρα, τον περίμεναν όλοι, για να λάβουν από τους αγαπημένους τους, μια κάρτα, ένα γραμμένο μαντάτο, καλό ή δυσάρεστο, σφραγισμένο στο γράμμα. Πρόσμεναν με αγωνία, ένα τσέκι, από τους ξενιτεμένους, μια οικονομική ανάσα ή λίγα λόγια παρηγοριάς. Γιατί παρηγορητής ήταν και ο ταχυδρόμος της χαράς, όταν έφερνε ευχάριστα νέα, από την πικρή ξενιτιά.
Πολλές φορές τους τα διάβαζε αν ήταν αναλφάβητοι, για να μάθουν πόσο καλοπαντρεύτηκε η Φιλώ ή αν βάπτισαν το παιδάκι τους τα ανίψια τους. Καμάρωναν όλοι στο χωριό, αυτούς που πρόκοψαν στα ξένα και από το περίσσευμα τους, έστελλαν βοήθεια και στους δικούς τους. Την δύσκολη οικονομικά μεταπολεμική εποχή, στις δεκαετίες 50-60-70- το άκαρδο χέρι της μετανάστευσης άδειασε την ύπαιθρο, τα νησιά και τα χωριά μας. Άλλοι έφευγαν με τα πλοία Πατρίς και Βασίλισσα Φρειδερίκη, για Αυστραλία, Βραζιλία, Αμερική, Καναδά και άλλοι με τα τραίνα, για Βέλγιο και Γερμανία.
Γέμιζαν και τα πλοία με προορισμό τον Πειραιά, από την μετανάστευση στο εσωτερικό της χώρας, και την αστυφιλία στις μεγαλουπόλεις, όπως στην πρωτεύουσα Αθήνα και στην Θεσσαλονίκη. Όλοι οι οικονομικοί μετανάστες, αναζητούσαν μια ευκαιρία, για καλύτερη ζωή. Να δουλέψουν στα ξένα και να βγάλουν λίγα λεφτά παραπάνω, για να επιβιώσουν αυτοί και οι οικογένειές τους.
Έτσι έστελλαν τα πρώτα τσέκια, σε δολάρια στους δικούς τους αφού η φτώχεια και η ανέχεια, ήταν η καθημερινότητα, την μεταπολεμική εποχή, της πληγωμένης Ελλάδας. Πολλές μητέρες και γιαγιάδες, έμειναν πίσω μεγαλώνοντας ακόμη και τα εγγόνια, των ξενιτεμένων παιδιών τους.
Από τα σήματα καπνού, στον φτεροπόδαρο Ερμή, στα ταχυδρομικά περιστέρια, ως τους ακούραστους ταχυδρόμους, φθάσαμε σήμερα στα ηλεκτρονικά μηνύματα τηλεφώνων, καθώς και στην ηλεκτρονική αλληλογραφία, των υπολογιστών. Όμως τίποτε δεν θα αντικαταστήσει, την μαγεία μιας χειρόγραφης επιστολής, όπου οι λέξεις βγαίνουν από την καρδιά, για να αποτυπώσουν στο χαρτί χαρές, λύπες και συναισθήματα.
Μιας απλής επιστολής, συγγενικής, φιλικής, ερωτικής, αδελφικής και επαγγελματικής. Μα ούτε και τον αξεπέραστο ρόλο των παραδοσιακών ταχυδρόμων, των κλασσικών ‘μαντατοφόρων,’ που με φτερά στα πόδια τους, σαν τον Ερμή, συνεχίζουν να μοιράζουν ευχάριστα ή δυσάρεστα μαντάτα. Κάποιες μητέρες από το χωριό, ήταν αναλφάβητες και δεν ήξεραν ούτε γραφή ούτε ανάγνωση. Λόγω των πολεμικών συνθηκών και της φτώχειας που πέρασαν, δεν είχαν πάει καθόλου στο Σχολείο, ιδίως στα Δωδεκάνησα, που ήταν υπό Ιταλική κατοχή, από το 1912 έως το 1947.
Έτσι παρακαλούσαν τον ταχυδρόμο ή φώναζαν κάποιο σχολιαρόπαιδο, για να τους διαβάσει το γράμμα και να απαντήσει δυο λόγια, στα παιδιά τους και στους ξενιτεμένους τους. Πόση χαρά και πόση αγωνία προσμονής, όταν μάθαιναν στο γράμμα, πως μετά από πολλά χρόνια, θα ερχόταν οι δικοί τους, έστω και για λίγο στο χωριό, για τις μεγάλες Γιορτές ή για το Καλοκαίρι.
Σίγουρα θα ήταν ένα ταξίδι γεμάτο ταλαιπωρία, αλλά άξιζε τον κόπο, για να δουν οι ξενιτεμένοι για λίγο τους δικούς τους, που τους ένωναν μόνο τα γράμματα και ας έκαναν και αυτά ακόμη και ένα μήνα με το καράβι, για να φτάσουν. Βέβαια όλοι θυμόμαστε, πως υπάρχει και άλλη μια ημέρα ξεχωριστή. Η ημέρα της Αποταμίευσης, του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου στις 31 Οκτωβρίου. Τότε που γράφαμε τις καλύτερες μαθητικές εκθέσεις, στην Έκτη τάξη στο Δημοτικό Σχολείο και μας βράβευαν με ένα σιδερένιο, κόκκινο κουμπαρά.
‘Τα γαλάζια σου γράμματα, κάθομαι και διαβάζω,’
μας τραγουδά, η ταλαντούχα Δήμητρα Γαλάνη, το 1976, στο γράμμα του φαντάρου. Και της απαντά, ο μοναδικός Γιάννης Πάριος, το 1981.
‘Έλεγα να σου στείλω ένα γράμμα, με όλα τα παράπονα μου,’ στο γράμμα του ξενιτεμένου.
Χρόνια Πολλά στα Ελληνικά Ταχυδρομεία. (ΕΛΤΑ)
Ξανθίππη Αγρέλλη