Ραδιόφωνο Live Επικοινωνία Χρήσιμα τηλέφωνα Φαρμακεία
Follow us

Πρόσθεσε ένα σχόλιο

×

Κώστας Αλαβέρας: «Εφυγα από την Κω στα 17 για την Αυστραλία μ’ ένα όνειρο και μια βαλίτσα»

05/07/2026
155 Εμφανίσεις
0 Σχόλια

Από την Αντιμάχεια στη Μελβούρνη, ο Κώστας Αλαβέρας θυμάται το ταξίδι των 33 ημερών, τις δυσκολίες της ξενιτιάς, την ελληνική παροικία και τη νοσταλγία που δεν έσβησε ποτέ

Το ημερολόγιο της κρύας χειμωνιάτικης νύχτας έδειχνε Τρίτη 27 Φεβρουαρίου 1966 και ώρα 22:30. Ξεκινούσε το μεγάλο υπερατλαντικό ταξίδι που θα διαρκούσε 33 ολόκληρες ημέρες με το πλοίο «Πατρίς» από τον Πειραιά για την Αυστραλία. Ένα παιδί που δεν είχε κλείσει καλά-καλά τα 17 του χρόνια θα ταξίδευε πάνω από έναν μήνα βλέποντας ουρανό και θάλασσα μέχρι να πιάσει στεριά και να μεταναστεύσει στην μακρινή Αυστραλία. Καμπίνα αριθμός 704. Όλα παραμένουν χαραγμένα στο μυαλό του Κώστα Αλαβέρα, με καταγωγή από τα Δωδεκάνησα και συγκεκριμένα από την Αντιμάχεια της Κω. Παιδί μιας οικογένειας με άλλα 5 αδέλφια, είχε προηγηθεί η μετάβαση των τριών αδελφών στην Αυστραλία, ακολούθησε ο ίδιος κι εν συνεχεία οι γονείς και ο τελευταίος αδελφός.

Έκτοτε έχει επισκεφθεί περίπου 5 φορές την ιδιαίτερη πατρίδα του την Κω και μία φορά την Ρόδο, ενώ είναι στα σχέδιά του σε λίγους μήνες να βρεθεί και πάλι στην Κω για διακοπές και να δει συγγενείς και αγαπημένα πρόσωπα. Έχει ταξιδέψει και στην Αθήνα και στον Πειραιά κατά καιρούς για συνέδρια (της ΝΔ, της Παγκωακής Αδελφότητας κλπ), ακόμη και ως φίλαθλος του συνδέσμου του Ολυμπιακού, καλεσμένος τότε του ισχυρού άνδρα της ΠΑΕ, Σωκράτη Κόκκαλη.

Τον κ. Αλαβέρα γνωρίζω διαδικτυακά μέσω του FB. Εδώ και χρόνια διατηρούμε σχεδόν καθημερινή επικοινωνία, άλλοτε μεταφέροντάς του εγώ τα νέα των νησιών μας κι άλλοτε εκείνος με ενημερώνει για τα παροικιακά νέα…ακόμη και για τον καιρό της Μελβούρνης, αφού παράλληλα παρακολουθεί τα τοπικά ΜΜΕ της Δωδεκανήσου, ενημερώνεται από τη «δημοκρατική» και ακούει φανατικά την ραδιοφωνική εκπομπή μου «Μαζί στις 10», στον RV.

Σχεδόν 60 χρόνια μετά τη μετανάστευσή του στην Αυστραλία, ο Κώστας Αλαβέρας μιλά στη «δ» για τη ζωή, την επιτυχία, την ελληνική παροικία και τη νοσταλγία της πατρίδας. Ένα παιδί που έφυγε χωρίς τους γονείς του – ακολούθησαν αργότερα- αλλά και χωρίς να μιλάει την γλώσσα, πέτυχε επαγγελματικά και δημιούργησε μία όμορφη οικογένεια με την Σαμιώτισσα σύζυγό του. Εξιστορεί την πορεία του στη Μελβούρνη, τις προκλήσεις και την αδιάκοπη προσφορά του στη δυναμική ελληνική παροικία της Αυστραλίας.

Αναλυτικά η συνέντευξη:


• Το 1966, σε ηλικία 17 ετών, κ. Αλαβέρα, μεταναστεύσατε από τα Δωδεκάνησα και συγκεκριμένα από την Κω, για την μακρινή Αυστραλία όπου εγκατασταθήκατε στη Μελβούρνη. Στο πλοίο όταν σαλπάρατε από την Ελλάδα, ποιες ήταν οι πρώτες σκέψεις στο μυαλό σας; Ότι πηγαίνατε στη «γη της Επαγγελίας» για λίγα χρόνια και θα επιστρέφατε στην Κω «πλούσιος»;

Καταρχάς κα Παμπρή, να σας ευχαριστήσω κι εσάς προσωπικά και την έγκριτη εφημερίδα «δημοκρατική» για το βήμα που μου δίνετε. Ήμουν ένα νέο παιδί, μόλις 17 χρονών από την Κω. Έφευγα από την Ελλάδα με προορισμό μια άγνωστη και ξένη χώρα. Την Αυστραλία. Μέσα μου υπήρχαν διάφορα ανάμεικτα αισθήματα. Ήταν στιγμές που ένιωθα φόβο, αβεβαιότητα κι άλλες ένα μείγμα ελπίδας αλλά και νοσταλγίας. Ελπίδα ότι πήγαινα σε μια χώρα πλούσια, όπως άκουγα να λένε, με πολλές ευκαιρίες. Εκεί υπάρχουν δουλειές. Όποιος είχε όρεξη να δουλέψει, μπορούσε να προοδεύσει. Το όνειρό μου ήταν να δουλέψω σκληρά για λίγα χρόνια, να μαζέψω χρήματα και να γυρίσω πίσω στην Ελλάδα με κάποια οικονομική άνεση.


• Εκείνα τα πρώτα χρόνια υπήρχαν δυσκολίες στην προσαρμογή σας στη χώρα; Μιλούσατε αγγλικά; Σας αποδεχόντουσαν οι ντόπιοι ή σας έβλεπαν ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας;

Η προσαρμογή μου στην νέα χώρα δεν ήταν καθόλου εύκολη. Αντίθετα θα έλεγα πολύ δύσκολη. Δυσκολίες αντιμετώπιζα ακόμη και στις πιο απλές καθημερινές δουλειές. Ιδιαίτερα λόγω άγνοιας της γλώσσας. Πώς θ’ αγοράσεις κάτι, ή τι θα πεις στο γιατρό; Πώς θα συνεννοούμαι στη δουλειά.
Οι περισσότεροι Έλληνες μετανάστες έπιαναν τις πιο βαριές και λιγότερο επιθυμητές δουλειές. Εργοστάσια, οικοδομές, ορυχεία, σιδηροδρόμους ή αγροτικές εργασίες. Υπήρχαν βέβαια βραδινά μαθήματα αγγλικών για μετανάστες. Αυτά μας βοήθησαν λίγο.
Αναφορικά «ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας», το κράτος δεν μας έβλεπε έτσι. Οι άνθρωποι γύρω μας, μας έβλεπαν με κάποια επιφύλαξη. Ιδιαίτερα εμάς τους νοτιο-Ευρωπαίους, Έλληνες και Ιταλούς. Πολλοί Αυστραλοί ήταν φιλικοί και βοηθούσαν τους νέους μετανάστες, υπήρχε όμως και ο ρατσισμός. Ήταν κάποιοι που μας αποκαλούσαν με προσβλητικούς χαρακτηρισμούς όπως “wogs”!


• Κι εκεί δημιουργήσατε τη δική σας οικογένεια κ. Αλαβέρα. Η σύζυγος Δωδεκανήσια;
Όταν πρωτοήρθα στη Μελβούρνη έμεινα σε μια περιοχή που λέγεται «ΟΚΛΙ». Ήταν μια συνοικία που κατοικείτο από μεγάλο αριθμό Ελλήνων. Τις Κυριακές, συνηθίζαμε να πηγαίνουμε στις εκκλησίες για να δούμε γνωστούς ή κάποιον νεοφερμένο από την Ελλάδα. Έτσι γινόταν τότε. Εκεί γνώρισα τη γυναίκα μου. Το όνομά της είναι Αθηνά και κατάγεται από τη Σάμο. Μεγάλωσε όμως στην Αθήνα. Αποκτήσαμε τρία αγόρια και 6 εγγόνια!

• Επαγγελματικά όλα αυτά τα χρόνια με τι ασχοληθήκατε στη Μελβούρνη;
Στα πρώτα μου χρόνια στη Μελβούρνη εργάστηκα σε ένα εργοστάσιο κατασκευής ψυγείων. Παράλληλα, μετά το τέλος της καθημερινής μου εργασίας, παρακολουθούσα βραδινά μαθήματα για να μάθω αγγλικά, γνωρίζοντας ότι η γλώσσα ήταν το κλειδί για την επαγγελματική και κοινωνική μου εξέλιξη. Παρέμεινα στο εργοστάσιο για δύο χρόνια. Όταν πλέον απέκτησα μια ικανοποιητική γνώση της αγγλικής γλώσσας, βρήκα εργασία σε ένα γηροκομείο, όπου φιλοξενούνταν πολλοί Έλληνες ηλικιωμένοι. Η δυνατότητα να επικοινωνώ μαζί τους στη μητρική τους γλώσσα, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο τους φρόντιζα, εκτιμήθηκαν ιδιαίτερα από τη διοίκηση. Παρά το νεαρό της ηλικίας μου, μου δόθηκε η ευκαιρία να παρακολουθώ μία ημέρα την εβδομάδα ειδικά εκπαιδευτικά προγράμματα για την περαιτέρω βελτίωση των αγγλικών μου. Η εμπειρία αυτή υπήρξε πολύτιμη και παρέμεινα στο γηροκομείο περίπου δέκα χρόνια.

Στη συνέχεια αποφάσισα να κάνω το επόμενο μεγάλο βήμα και να δημιουργήσω τη δική μου επιχείρηση, ανοίγοντας ένα βιβλιοπωλείο. Δεν άργησα να διαπιστώσω ότι οι ανάγκες της ελληνικής παροικίας διαρκώς αυξάνονταν. Εκτός από βιβλία, δίσκους και περιοδικά, επέκτεινα τη δραστηριότητά μου προσθέτοντας βαπτιστικά είδη και είδη γάμου.
Εκείνη την εποχή η μετανάστευση από την Ελλάδα προς την Αυστραλία βρισκόταν στην ακμή της. Νέα ζευγάρια δημιουργούσαν τις οικογένειές τους, οι γάμοι και οι βαπτίσεις ήταν δεκάδες κάθε εβδομάδα και η επιχείρησή μου γνώρισε ιδιαίτερη άνθιση. Ήταν πραγματικά η χρυσή εποχή της ελληνικής παροικίας.
Παράλληλα με τις επαγγελματικές μου υποχρεώσεις, αφιέρωνα τον ελεύθερο χρόνο μου στα κοινά της παροικίας. Συμμετείχα ενεργά και πρωτοστάτησα στη διοργάνωση σημαντικών εκδηλώσεων, γεγονός που μου έδωσε την ευκαιρία να γνωρίσω και να συνεργαστώ με τους επίσημους ελληνικούς φορείς της Μελβούρνης, όπως την Αρχιεπισκοπή, το Ελληνικό Προξενείο και την Ελληνική Κοινότητα. Οι σχέσεις εμπιστοσύνης κι εκτίμησης που αναπτύχθηκαν τότε διατηρούνται ζωντανές μέχρι και σήμερα. Σήμερα, ως συνταξιούχος πλέον, έχω περισσότερο χρόνο να αφιερώνω στα παροικιακά δρώμενα, συνεχίζοντας να προσφέρω με την ίδια αγάπη και το ίδιο ενδιαφέρον στην ελληνική παροικία που υπήρξε αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μου.

• Στην Μελβούρνη υπάρχει μία από τις μεγαλύτερες ελληνικές παροικίες παγκοσμίως. Από τότε μέχρι σήμερα βλέπετε αλλαγές στην ελληνική νοοτροπία, τα παιδιά δεύτερης και τρίτης πλέον γενιάς που γεννήθηκαν εκεί, τα Ελληνόπουλα κρατάνε τα ήθη και τα έθιμα μας, μιλάνε ελληνικά, έρχονται στην Ελλάδα;

Η πρώτη γενιά στην Αυστραλία κα. Παμπρή, είχε σαν κύριο σκοπό –τη διατήρηση της ελληνικής ταυτότητας, της γλώσσας, της θρησκείας και των παραδόσεων. Γι’ αυτό και ίδρυσαν τους ελληνικούς τοπικούς συλλόγους. Όσο περνούσαν όμως τα χρόνια έβλεπαν ότι έπρεπε να εξελιχθούν οι σύλλογοι, έτσι ώστε ν’ ανταποκριθούν στις ανάγκες των νεότερων γενεών και της σύγχρονης πολυπολιτισμικής Αυστραλίας. Τώρα επικεντρώνονται περισσότερο, ιδιαίτερα οι μεγάλοι σύλλογοι, στη διδασκαλία παραδοσιακών χορών και της ελληνικής γλώσσας, και σε εκδηλώσεις ανοιχτές προς όλη την αυστραλιανή κοινωνία. Κατά πόσο επιτυγχάνεται η μετάδοση της ελληνικής ταυτότητας στις νέες γενιές δεν είναι εύκολο να απαντήσει κανείς.

Πολλά παιδιά ελληνικής καταγωγής εξακολουθούν να κρατούν ζωντανή την ελληνική τους ταυτότητα. Για παράδειγμα: μιλούν ελληνικά στο σπίτι, γιορτάζουν το Πάσχα, τα Χριστούγεννα και άλλα ελληνικά έθιμα, συμμετέχουν σε ελληνικούς συλλόγους, χορευτικά συγκροτήματα ή εκκλησίες,

Άλλα παιδιά, μπορεί να νιώθουν περισσότερο Αυστραλοί στην καθημερινότητά τους, ενώ παράλληλα διατηρούν κάποια στοιχεία της ελληνικής τους κληρονομιάς, όπως το φαγητό, τις οικογενειακές παραδόσεις ή ορισμένες γιορτές. Ενθαρρυντικό είναι ότι και αυτά τα παιδιά επιθυμούν να επισκεφτούν την Ελλάδα, όχι σαν τουρίστες, αλλά όπως τα ακούς να λένε, να γνωρίσουν τον τόπο καταγωγής τους.


• Από το 2010 που ξεκίνησαν τα μνημόνια και η οικονομική κρίση στην Ελλάδα ήρθε άλλο ένα μεγάλο κύμα ελληνικής μετανάστευσης στην Αυστραλία. Σήμερα πόσοι είναι περίπου οι Δωδεκανήσιοι στην Μελβούρνη;

Δεν υπάρχει επίσημη απογραφή που να καταγράφει τους κατοίκους της Μελβούρνης ανά νησί καταγωγής (π.χ. Ρόδος, Κως, Κάλυμνος). Μια λογική εκτίμηση είναι ότι στη Μελβούρνη ζουν περίπου 15.000–20.000 άτομα δωδεκανησιακής καταγωγής, συμπεριλαμβανομένων δεύτερης, τρίτης και νεότερων γενεών.


• Αν γυρνούσατε κ. Αλαβέρα τον χρόνο πίσω, θα ξαναπαίρνατε την ίδια απόφαση, της ξενιτιάς;

Ναι, θα έπαιρνα την ίδια απόφαση, γιατί η μετανάστευση μου έδωσε περισσότερες ευκαιρίες για εργασία, καλύτερη ποιότητα ζωής κι ένα καλύτερο μέλλον για την οικογένειά μου. Αν και η ξενιτιά ήταν δύσκολη και μου έλειψαν η πατρίδα, οι συγγενείς και οι φίλοι μου, πιστεύω ότι άξιζε τον κόπο.


• Από το 1966 που πήγατε στην Αυστραλία πότε ήρθατε για πρώτη φορά στην Ελλάδα; Σκοπεύετε να έρθετε άμεσα ξανά;

Ναι, νοσταλγώ την Ελλάδα! Είναι η πατρίδα μου. Άλλωστε, έχω συγγενείς, φίλους και θέλω να τους βλέπω. Είναι τόσο όμορφη η χώρα μας, o Έλληνας, ο τρόπος ζωής. Πώς να μη θέλεις να τη βλέπεις όποτε μπορείς;


• Ποια είναι τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας που επιλέξατε για δεύτερη πατρίδα σας σε σχέση με την Ελλάδα;

Είναι χώρα που σου προσφέρει καλύτερες επαγγελματικές ευκαιρίες και ψηλότερους μισθούς. Πολύ καλή ποιότητα ζωής για εμένα και την οικογένειά μου. Με πολύ καλές δημόσιες υπηρεσίες. Σταθερή οικονομία όπου μπορείς να αποταμιεύεις.

Βρίσκεσαι μέσα σε πολυπολιτισμική κοινωνία, όπου οι μετανάστες μπορούν ευκολότερα να ενταχθούν χωρίς να χάνουν την ταυτότητά τους.


• Από την Ελλάδα τι σας λείπει περισσότερο;

Οι δικοί μου άνθρωποί, συγγενείς, φίλοι που άφησα πίσω. Το κλίμα, οι γιορτές οι αναμνήσεις και ο τρόπος ζωής της Ελλάδας παραμένουν έντονα στη μνήμη μου!


dimokratiki.gr

Η ανωνυμία είναι το καλύτερο κρησφύγετο δειλίας και χυδαιότητας!
Σχόλια 0

Πρόσθεσε ένα σχόλιο

× ExpImage

ΕΞΟΔΟΣ