Η μεγάλη πυρκαγιά που εκδηλώθηκε στον Χώρο Υγειονομικής Ταφής Απορριμμάτων της Πάρου επανέφερε στο προσκήνιο ένα πρόβλημα που δεν περιορίζεται σε ένα μόνο νησί. Τα τελευταία χρόνια έχουν καταγραφεί στην Ελλάδα επανειλημμένες πυρκαγιές σε ΧΥΤΑ, ΧΥΤΥ, εγκαταστάσεις επεξεργασίας αποβλήτων, χώρους αποθήκευσης ανακυκλώσιμων και παλιές ή άτυπες χωματερές.
Σε ορισμένες περιπτώσεις οι φλόγες περιορίστηκαν μέσα στις εγκαταταστάσεις. Σε άλλες, όμως, πέρασαν στη γύρω βλάστηση και εξελίχθηκαν σε ευρύτερες πυρκαγιές, με τις ισχυρές καλοκαιρινές θερμοκρασίες και τους ανέμους να πολλαπλασιάζουν τον κίνδυνο.
Η συσσώρευση εύφλεκτων υλικών, όπως πλαστικά, χαρτί, ξύλα, στρώματα, ελαστικά και κλαδιά, αλλά και η παρουσία βιοαερίου από την αποσύνθεση των οργανικών αποβλήτων δημιουργούν ένα ιδιαίτερα σύνθετο περιβάλλον. Μία φωτιά σε χώρο απορριμμάτων δεν είναι μόνο δύσκολη στην κατάσβεση. Μπορεί να προκαλέσει παρατεταμένη καύση, πυκνό και τοξικό καπνό, ρύπανση του εδάφους και των υδάτων και, υπό ορισμένες συνθήκες, να λειτουργήσει ως αφετηρία πυρκαγιάς στη γύρω φυσική έκταση.
Πάρος 2026: Από τον ΧΥΤΑ στη γύρω βλάστηση
Η περίπτωση της Πάρου αποτελεί μία από τις πλέον χαρακτηριστικές συνδέσεις πυρκαγιάς και απορριμμάτων. Η φωτιά εκδηλώθηκε στις 28 Ιουλίου 2026 μέσα στον ΧΥΤΑ της περιοχής Καμπί και επεκτάθηκε γρήγορα σε παρακείμενη έκταση με χαμηλή βλάστηση. Οι εικόνες από το σημείο έδειξαν μεγάλους όγκους απορριμμάτων, ενώ η ταχύτητα εξάπλωσης οδήγησε σε ισχυρή κινητοποίηση των πυροσβεστικών δυνάμεων.
Τα υλικά στον χώρο (ανακυκλώσιμα, χαρτικά, κλαδιά, άλλα απορρίμματα) φέρεται να λειτούργησαν ως προσάναμμα, συμβάλλοντας στην ταχύτερη εκδήλωση και εξάπλωση της φωτιάς. Η υπόθεση ανέδειξε επίσης τη σχέση μεταξύ της έντονης τουριστικής πίεσης και των ανεπαρκών υποδομών. Ο χώρος υγειονομικής ταφής της Πάρου είχε περιγραφεί σε σχετικά έγγραφα ως κορεσμένος ήδη από το 2022, ενώ η διακοπή λειτουργίας της τοπικής μονάδας διαλογής ανακυκλώσιμων τον Απρίλιο του 2026 είχε οδηγήσει σε περαιτέρω συσσώρευση υλικών κοντά στον ΧΥΤΑ.
Λέσβος 2026: Η φωτιά που ξεκίνησε από την παλιά χωματερή
Η πυρκαγιά στο Πλωμάρι της Λέσβου, στα τέλη Ιουλίου του 2026, αναφέρθηκε ότι ξεκίνησε από την παλιά χωματερή πάνω από τις Μηλιές και στη συνέχεια εξελίχθηκε σε δύο διαφορετικά μέτωπα.
Το ένα κινήθηκε προς το Πλωμάρι, τον Άγιο Ισίδωρο, την Πλαγιά και τα Τρίγωνα και το δεύτερο προς την ορεινή περιοχή του Αγίου Αντωνίου. Οι άνεμοι έφθαναν τα 7 μποφόρ, εκδόθηκαν μηνύματα του 112 και αποφασίστηκε προληπτική απομάκρυνση κατοίκων από περιοχές που βρίσκονταν κοντά στα μέτωπα.
Η Λέσβος αποτελεί σαφές παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο μία παλιά χωματερή, ακόμη και εάν δεν αποτελεί πλέον τον επίσημο χώρο διάθεσης απορριμμάτων, μπορεί να παραμείνει ενεργή εστία κινδύνου. Υπολείμματα σκουπιδιών, θαμμένα εύφλεκτα υλικά και ανεξέλεγκτη βλάστηση μπορούν να συνθέσουν ένα πεδίο στο οποίο μία αρχική εστία περνά γρήγορα στη γύρω έκταση.
Ζάκυνθος: Τρία περιστατικά σε τρία χρόνια
Η Ζάκυνθος καταγράφει μία από τις πιο επίμονες ακολουθίες πυρκαγιών σε χώρους απορριμμάτων. Τον Μάιο του 2023 ξέσπασε φωτιά δίπλα στο αεροδρόμιο του νησιού, στο αμαξοστάσιο του αρμόδιου φορέα διαχείρισης απορριμμάτων. Στον χώρο είχαν συγκεντρωθεί επί χρόνια ογκώδη αντικείμενα και εύφλεκτα υλικά, όπως στρώματα, κουφώματα, έπιπλα, λάστιχα, πλαστικά και ξύλα.
Τον Απρίλιο του 2025 εκδηλώθηκε νέα πυρκαγιά στον χώρο διαχείρισης απορριμμάτων του Λίβα, κοντά στην κοινότητα Γυρίου. Η φωτιά έκαιγε μέσα στο κύτταρο του ΧΥΤΑ και για την αντιμετώπισή της χρησιμοποιήθηκαν, εκτός από τις πυροσβεστικές δυνάμεις, υδροφόρες και μηχανήματα έργου της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Τον Ιούνιο του 2026 σημειώθηκε και τρίτο περιστατικό στον ίδιο χώρο στην ορεινή Ζάκυνθο. Η φωτιά εκδηλώθηκε το βράδυ της 16ης Ιουνίου μέσα στην εγκατάσταση διαχείρισης απορριμμάτων του Λίβα.
Οι επαναλαμβανόμενες φωτιές στη Ζάκυνθο δείχνουν ότι το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τους παλιούς ΧΑΔΑ. Αφορά και οργανωμένες ή μεταβατικές εγκαταστάσεις στις οποίες η υπερσυσσώρευση αποβλήτων, η ανεπαρκής κάλυψη, ο ελλιπής διαχωρισμός υλικών και η απουσία αποτελεσματικής πυροπροστασίας μπορούν να δημιουργήσουν σοβαρό κίνδυνο.
Κεφαλονιά 2020: Πυρκαγιά στον ΧΥΤΥ και έλεγχοι για την ρύπανση
Τον Σεπτέμβριο του 2020 πυρκαγιά στον ΧΥΤΥ Κεφαλονιάς προκάλεσε έντονη ανησυχία για τις επιπτώσεις του καπνού και της καύσης αποβλήτων στη δημόσια υγεία και το περιβάλλον.
Μετά το περιστατικό, η Περιφέρεια Ιονίων Νήσων ζήτησε τη συνδρομή του ΕΚΕΦΕ «Δημόκριτος». Τοποθετήθηκε ειδικός εξοπλισμός για τη συλλογή δειγμάτων και τη μέτρηση ατμοσφαιρικών ρύπων σε κατάλληλα σημεία του νησιού. Προβλέφθηκε, επίσης, να επαναληφθούν οι μετρήσεις και να πραγματοποιηθούν έλεγχοι στον κτηνοτροφικό τομέα, στα φυτά, στα ζώα και στην ελαιοπαραγωγή, ώστε να εντοπιστεί ενδεχόμενη μεταφορά ρύπων μέσω της τροφικής αλυσίδας.
Η συγκεκριμένη περίπτωση είναι ιδιαίτερα σημαντική, επειδή δεν περιορίστηκε στην καταγραφή της φωτιάς. Ακολούθησε οργανωμένη προσπάθεια μέτρησης της πιθανής περιβαλλοντικής επιβάρυνσης, με δεδομένο ότι ουσίες που παράγονται κατά την καύση μεικτών απορριμμάτων μπορούν να εναποτεθούν στο έδαφος και στη βλάστηση.
Κέρκυρα 2020: Η φωτιά στο Τεμπλόνι
Τον Ιούνιο του 2020 πυρκαγιά εκδηλώθηκε στον ΧΥΤΑ Τεμπλονίου της Κέρκυρας. Η φωτιά ξεκίνησε σε συσσωρευμένα σκουπίδια στον χώρο του δεματοποιητή, όπου υπήρχαν μεγάλες ποσότητες εύφλεκτων υλικών. Τέθηκε υπό έλεγχο έπειτα από επιχείρηση της Πυροσβεστικής, του Δήμου και της Περιφέρειας, με υδροφόρες και μηχανήματα έργου.
Μετά τις πυρκαγιές στον ΧΥΤΥ Κεφαλονιάς και στο Τεμπλόνι, το Παρατηρητήριο Απορριμμάτων Κέρκυρας ζήτησε να πραγματοποιηθούν μετρήσεις από τον «Δημόκριτο» και στην Κέρκυρα. Στην παρέμβασή του έκανε ειδική αναφορά στους ρύπους που μπορούν να εκλυθούν κατά την καύση απορριμμάτων και ιδιαίτερα πλαστικών, καθώς και στην ανάγκη ειδικής διαχείρισης των καμένων υπολειμμάτων.
Το 2021 εγκρίθηκε σχέδιο αποκατάστασης των χύδην και δεματοποιημένων απορριμμάτων στο Τεμπλόνι. Παράλληλα, ανακοινώθηκε περιβαλλοντική αποτύπωση της ευρύτερης περιοχής από το ΕΚΕΦΕ «Δημόκριτος», με μετρήσεις σε ακτίνα αρκετών χιλιομέτρων γύρω από τον χώρο.
Χανιά 2025: Φωτιά στη μονάδα απορριμμάτων στο Ακρωτήρι
Τον Σεπτέμβριο του 2025 πυρκαγιά εκδηλώθηκε στο εργοστάσιο επεξεργασίας απορριμμάτων και στον ΧΥΤΑ της ΔΕΔΙΣΑ στο Ακρωτήρι Χανίων. Οι δυνάμεις πυρόσβεσης προσπάθησαν να διατηρήσουν τη φωτιά μέσα στο σημείο όπου βρίσκονταν τα απορρίμματα και να αποτρέψουν τη διαφυγή της πέρα από την περίφραξη της εγκατάστασης. Στην επιχείρηση συμμετείχαν 20 πυροσβέστες με εννέα οχήματα και σκαπτικά μηχανήματα, ενώ υπήρχε ανησυχία και για τη συνέχιση της αποκομιδής απορριμμάτων, καθώς η εγκατάσταση εξυπηρετούσε τα Χανιά και μέρος του Ρεθύμνου.
Η περίπτωση των Χανίων δείχνει ότι ακόμη και σε μία οργανωμένη μονάδα επεξεργασίας η φωτιά μπορεί να εξελιχθεί σε ιδιαίτερα απαιτητικό συμβάν, λόγω του όγκου, της σύστασης και της συμπίεσης των υλικών.
Γιατί εκδηλώνονται πυρκαγιές σε ΧΥΤΑ και ΧΑΔΑ
Οι πυρκαγιές στους χώρους απορριμμάτων δεν έχουν μία μόνο αιτία. Μπορεί να προκληθούν από απόρριψη αναμμένων υλικών, καύση κλαδιών ή καλωδίων, σπινθήρες από μηχανήματα, ηλεκτρικές βλάβες, επέκταση εξωτερικής φωτιάς, αμέλεια ή άλλες αιτίες.
Παράλληλα, όμως, οι χώροι ταφής διαθέτουν εσωτερικούς μηχανισμούς που μπορούν να ευνοήσουν την ανάπτυξη θερμότητας και την έναρξη ή διατήρηση υπόγειας καύσης. Η αποσύνθεση οργανικών αποβλήτων παράγει μεθάνιο, ενώ μέσα στον όγκο των σκουπιδιών μπορεί να αναπτυχθούν «θερμά σημεία». Η παρουσία οξυγόνου σε ρωγμές ή σε τμήματα που δεν έχουν καλυφθεί σωστά μπορεί να τροφοδοτήσει την καύση.
Επιπλέον, η σύγχρονη σύνθεση των αστικών απορριμμάτων περιλαμβάνει μεγάλες ποσότητες πλαστικών, χαρτιού, υφασμάτων, ξύλου, ελαστικών, χημικών προϊόντων και μπαταριών. Τα υλικά αυτά δεν καίγονται ομοιόμορφα. Μπορούν να αναπτύσσουν υψηλές θερμοκρασίες, να προκαλούν αναζωπυρώσεις και να παράγουν ένα σύνθετο μείγμα αερίων και σωματιδίων.
Τι δείχνουν οι πρόσφατες επιστημονικές μελέτες
Οι πρόσφατες επιστημονικές εργασίες συγκλίνουν στο ότι οι πυρκαγιές σε ΧΥΤΑ και χωματερές δεν αποτελούν μόνο ζήτημα πυρόσβεσης, αλλά σοβαρή πηγή ατμοσφαιρικής, εδαφικής και υδάτινης ρύπανσης.
Η μελέτη «A Comprehensive Study of the Impact of Waste Fires on the Environment and Health», που δημοσιεύθηκε το 2023 στο περιοδικό Sustainability, καταγράφει ότι η καύση απορριμμάτων μπορεί να απελευθερώσει αιωρούμενα σωματίδια, μονοξείδιο του άνθρακα, οξείδια του αζώτου, διοξίνες, φουράνια, πολυκυκλικούς αρωματικούς υδρογονάνθρακες και βαρέα μέταλλα. Η επικινδυνότητα εξαρτάται από το είδος των υλικών και από το αν η καύση είναι πλήρης ή ατελής, με την καύση πλαστικών, ελαστικών και μεικτών αποβλήτων να θεωρείται ιδιαίτερα επιβαρυντική.
Η εργασία «Air quality impacts of landfill fires: A casestudy from the city of Kochi, India», που δημοσιεύθηκε το 2024 στο Science of the TotalEnvironment, κατέγραψε σημαντική αύξηση αέριων και σωματιδιακών ρύπων κατά τη διάρκεια μεγάλης πυρκαγιάς σε χώρο ταφής. Παράλληλα, έδειξε ότι μέσα σε λίγες ημέρες μπορεί να απελευθερωθούν ποσότητες μεθανίου και διοξειδίου του άνθρακα αντίστοιχες με εκείνες πολύ μεγαλύτερης περιόδου κανονικής λειτουργίας.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνουν οι μελέτες και στις υπόγειες εστίες. Η ανασκόπηση «Detectionand extinguishment approachesfor municipal solid waste landfill fires» επισημαίνει ότι τέτοιες φωτιές μπορεί να καίνε για εβδομάδες ή και μήνες, να προκαλούν καθιζήσεις και ρωγμές και να είναι εξαιρετικά δύσκολες στην κατάσβεση. Το νερό δεν φθάνει πάντα στο βάθος της εστίας, ενώ μπορεί να παρασύρει ρυπαντές μέσω των στραγγισμάτων προς το έδαφος και τα υπόγεια ύδατα.
Το κοινό συμπέρασμα είναι ότι μία πυρκαγιά σε χώρο απορριμμάτων μπορεί να αφήσει επιπτώσεις πολύ μετά την κατάσβεσή της, μέσω του καπνού, της τέφρας, των στραγγισμάτων και της εναπόθεσης τοξικών ουσιών στο περιβάλλον.
Οι Ταγαράδες ως ελληνικό επιστημονικό προηγούμενο
Η σημαντικότερη ελληνική επιστημονικά τεκμηριωμένη περίπτωση παραμένει η μεγάλη πυρκαγιά του Ιουλίου του 2006 στον ΧΥΤΑ Ταγαράδων, έξω από τη Θεσσαλονίκη.
Η φωτιά έκαψε περίπου 50.000 τόνους απορριμμάτων και δημιούργησε πυκνό νέφος καπνού και τέφρας στην ευρύτερη περιοχή. Οι συνέπειές της αποτέλεσαν αντικείμενο δύο επιστημονικών μελετών, οι οποίες εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται στη διεθνή βιβλιογραφία.
Η πρώτη, με τίτλο «Distribution of persistent organic pollutants, polycyclic aromatic hydrocarbons and trace elements in soil and vegetation following a large-scale landfill fire in northern Greece», δημοσιεύθηκε το 2008 στο περιοδικό Environment International.
Οι ερευνητές ανέλυσαν δείγματα εδάφους και βλάστησης αναζητώντας πολυκυκλικούς αρωματικούς υδρογονάνθρακες, πολυχλωριωμένα διφαινύλια, οργανοχλωριωμένα φυτοφάρμακα και ιχνοστοιχεία. Οι μεγαλύτερες συγκεντρώσεις καταγράφηκαν μέσα και κοντά στον ΧΥΤΑ, επιβεβαιώνοντας ότι μία μεγάλης κλίμακας πυρκαγιά απορριμμάτων μπορεί να αποτελέσει πηγή διασποράς επίμονων οργανικών ρύπων και μετάλλων.
Η δεύτερη εργασία, με τίτλο «Dioxin contamination after an accidental fire in the municipal landfill of Tagarades, Thessaloniki, Greece», δημοσιεύθηκε το 2009 στο περιοδικό Chemosphere. Η μελέτη εξέτασε διοξίνες, φουράνια και διοξινοειδή PCBs σε χώμα, ελιές, λαχανικά, γάλα, κρέας και αυγά από την περιοχή γύρω από τον ΧΥΤΑ. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η τέφρα από την πυρκαγιά είχε μεταφέρει διοξίνες στο περιβάλλον και ότι οι συγκεντρώσεις μειώνονταν όσο αυξανόταν η απόσταση από τον χώρο. Σε ορισμένα τρόφιμα καταγράφηκαν τιμές πάνω από τα ευρωπαϊκά όρια, με αποτέλεσμα να ληφθούν μέτρα απόσυρσης και καταστροφής προϊόντων.
Οι Ταγαράδες έδειξαν με μετρήσεις κάτι που συχνά παραμένει αόρατο τις πρώτες ώρες μιας πυρκαγιάς: ο καπνός απομακρύνεται, αλλά ένα μέρος των ρύπων μπορεί να επιστρέψει στο έδαφος με την τέφρα και την ατμοσφαιρική εναπόθεση, να περάσει στη βλάστηση και να εισέλθει στην τροφική αλυσίδα.
Οι διοξίνες, τα σωματίδια και η επόμενη ημέρα
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η καύση πλαστικών, καλωδίων, ελαστικών και υλικών που περιέχουν χλώριο. Όταν η καύση είναι ατελής και πραγματοποιείται χωρίς ελεγχόμενες θερμοκρασίες και φίλτρα, μπορούν να παραχθούν διοξίνες και φουράνια.
Οι ουσίες αυτές είναι επίμονες, δεν διασπώνται εύκολα και μπορούν να συσσωρεύονται στο λίπος των ζώων και των ανθρώπων. Η κυριότερη μακροχρόνια οδός έκθεσης δεν είναι πάντοτε η άμεση εισπνοή καπνού, αλλά η κατανάλωση τροφίμων στα οποία οι ρύποι έχουν περάσει μέσω του εδάφους, της βλάστησης και των ζωοτροφών.
Παράλληλα, τα λεπτά αιωρούμενα σωματίδια μπορούν να ταξιδεύουν σε σημαντικές αποστάσεις και να επιβαρύνουν άτομα με άσθμα, καρδιοπάθειες ή χρόνια αναπνευστικά προβλήματα. Οι μεγάλες ποσότητες νερού που χρησιμοποιούνται για την κατάσβεση μπορούν να παρασύρουν τέφρα, χημικές ουσίες και άλλους ρύπους από τα καμένα απορρίμματα προς το έδαφος, τα υπόγεια ύδατα ή τα κοντινά επιφανειακά νερά.
Ένα πρόβλημα που στα νησιά γίνεται μεγαλύτερο το καλοκαίρι
Στα νησιά, ο κίνδυνος ενισχύεται από έναν συνδυασμό παραγόντων. Ο πληθυσμός και η παραγωγή απορριμμάτων πολλαπλασιάζονται κατά την τουριστική περίοδο, οι υποδομές έχουν συχνά σχεδιαστεί για πολύ μικρότερες ποσότητες, οι διαθέσιμοι χώροι είναι περιορισμένοι και η μεταφορά αποβλήτων προς την ηπειρωτική χώρα είναι ακριβή και σύνθετη.
Την ίδια στιγμή, οι χώροι απορριμμάτων βρίσκονται συχνά δίπλα σε φρυγανική, αγροτική ή δασική βλάστηση. Σε ημέρες υψηλών θερμοκρασιών και ισχυρών ανέμων, μία εστία που υπό διαφορετικές συνθήκες θα περιοριζόταν μέσα στην εγκατάσταση μπορεί να περάσει σε λίγα λεπτά στη γύρω έκταση.
Οι περιπτώσεις της Πάρου και της Λέσβου το 2026, της Ζακύνθου το 2023, το 2025 και το 2026, της Κεφαλονιάς και της Κέρκυρας το 2020 και των Χανίων το 2025 δεν είναι πανομοιότυπες. Συνθέτουν, όμως, ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο: τα απορρίμματα μπορούν να λειτουργήσουν ταυτόχρονα ως καύσιμη ύλη, ως πηγή ιδιαίτερα επικίνδυνων εκπομπών και ως κρίκος που συνδέει ένα τοπικό συμβάν με μία ευρύτερη περιβαλλοντική κρίση.
Η πρόληψη, επομένως, δεν περιορίζεται στην ύπαρξη ενός πυροσβεστικού οχήματος ή μιας δεξαμενής νερού. Απαιτεί έλεγχο των ποσοτήτων που εισέρχονται στις εγκαταστάσεις, διαχωρισμό εύφλεκτων και επικίνδυνων υλικών, καθημερινή κάλυψη των απορριμμάτων, λειτουργικά συστήματα συλλογής βιοαερίου, θερμική παρακολούθηση, αντιπυρικές ζώνες, προσβάσεις για τα πυροσβεστικά μέσα και συγκεκριμένο σχέδιο αντιμετώπισης.
Διότι, όπως δείχνουν τόσο τα ελληνικά περιστατικά όσο και τα τελευταία επιστημονικά δεδομένα μία φωτιά στα σκουπίδια δεν τελειώνει όταν σβήσει η τελευταία φλόγα. Οι επιπτώσεις της μπορεί να παραμείνουν στον αέρα, στο έδαφος, στο νερό και στην τροφική αλυσίδα για πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Πηγή: insider.gr