Π. Πετρίδης: Από τη βροχή στη λειψυδρία
1.1 Το φαινόμενο της «μόνιμης λειψυδρίας»Η λειψυδρία στα ελληνικά νησιά παρουσιάζεται συχνά ως ένα αναπόφευκτο φυσικό φαινόμενο. Συχνά μάλιστα αντιμετωπίζεται ως δεδομένο δηλαδή ως κάτι που δεν επιδέχεται ουσιαστική παρέμβαση.Ωστόσο, η επιστημονική προσέγγιση επιβάλλει έναν πιο προσεκτικό διαχωρισμό. Άλλο πράγμα η κλιματική μεταβλητότητα και άλλο η διαχειριστική ανεπάρκεια. Η πρώτη αποτελεί φυσικό χαρακτηριστικό ενός μεταβαλλόμενου συστήματος· η δεύτερη συνιστά ανθρώπινη επιλογή ή παράλειψη.Η Κως δεν είναι έρημος. Δεν ανήκει σε άνυδρη ζώνη του πλανήτη. Δέχεται κάθε χρόνο σημαντικά ύψη βροχόπτωσης, ιδίως κατά τη χειμερινή περίοδο. Παρά τις κλιματικές μεταβολές, υπάρχει φέτος μια εντυπωσιακή αύξηση των βροχοπτώσεων στην ευρύτερη Ελλάδα, με αρκετά επεισόδια κακοκαιρίας και μεγάλες διάρκειες βροχών, γεγονός που επιβεβαιώνεται από τα έκτακτα δελτία καιρού και τις προγνώσεις για ισχυρές καταιγίδες σε μεγάλο μέρος της χώρας, συμπεριλαμβανομένης και της περιοχής των Δωδεκανήσων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα ημερήσια ύψη βροχής ξεπέρασαν τον μέσο όρο προηγούμενων ετών, δημιουργώντας ακόμη και τοπικά πλημμυρικά φαινόμενα.Παρ’ όλα αυτά, κάθε καλοκαίρι επαναλαμβάνεται το ίδιο σενάριο: περιορισμοί, εκκλήσεις για «συνετή χρήση», αγωνία για τα αποθέματα. Η κρίση εμφανίζεται ως έκτακτη, ενώ στην πραγματικότητα είναι απολύτως επαναλαμβανόμενη.Το ερώτημα δεν είναι αν βρέχει αρκετά. Το ερώτημα είναι πού καταλήγει όλο αυτό το νερό;Σύμφωνα με τον υδρολογικό κύκλο, η βροχή που πέφτει σε ένα νησί:·είτε απορροφάται από το έδαφος και εμπλουτίζει τον υδροφόρο ορίζοντα,·είτε απορρέει επιφανειακά προς τη θάλασσα,·είτε εξατμίζεται.Η αναλογία αυτών των διεργασιών δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τη φύση, αλλά και από τις υποδομές που υπάρχουν ή δεν υπάρχουν.Σε ένα οργανωμένο σύστημα διαχείρισης, σημαντικό ποσοστό της βροχής συλλέγεται, αποθηκεύεται και επαναχρησιμοποιείται. Σε ένα αποσπασματικό σύστημα, το μεγαλύτερο μέρος της βροχής καταλήγει κυριολεκτικά στη θάλασσα, χωρίς να έχει προηγηθεί καμία σοβαρή προσπάθεια συγκράτησης ή τεχνητού εμπλουτισμού του υδροφόρου ορίζοντα.Η λειψυδρία λοιπόν στην Κω δεν μπορεί να εξεταστεί αποκλειστικά ως φυσικό φαινόμενο. Είναι σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα:·ανεπαρκούς αποθήκευσης,·απουσίας ολοκληρωμένης διαχείρισης,·υψηλών απωλειών στα δίκτυα,·και ακραίας εποχικής ζήτησης.Με απλά λόγια, η φύση δίνει, αλλά το σύστημα δεν συγκρατεί. Και όσο η ευθύνη μετατίθεται αποκλειστικά στον καιρό, η συζήτηση απομακρύνεται από τον πραγματικό της πυρήνα: τη διαχείριση.1.2 Ο κύκλος του νερού και ο κύκλος της διοίκησηςΟ υδρολογικός κύκλος είναι ένα από τα πιο σταθερά και μελετημένα φυσικά συστήματα του πλανήτη. Εξάτμιση, συμπύκνωση, κατακρήμνιση, διήθηση, απορροή: μια αλληλουχία διεργασιών που επαναλαμβάνεται, ένα σύστημα που δεν εξαρτάται από προϋπολογισμούς ούτε από δημοτικά συμβούλια. Το νερό κινείται με συνέπεια, υπακούοντας στη βαρύτητα, στη θερμοκρασία και στη γεωλογία. Δεν αναβάλλει τη λειτουργία του. Δεν επαναπρογραμματίζεται. Η επιστήμη μπορεί να προβλέψει, με σχετική ακρίβεια, τη συμπεριφορά του νερού σε μια λεκάνη απορροής. Αυτό που δεν μπορεί να προβλέψει με την ίδια ακρίβεια είναι η ανθρώπινη διαχείριση.Ο διοικητικός κύκλος οφείλει να λειτουργεί με προγραμματισμό, συνέχεια και τεχνική επάρκεια. Στην ιδανική του μορφή περιλαμβάνει: μελέτη, τεκμηριωμένο σχεδιασμό, εξασφάλιση χρηματοδότησης, υλοποίηση, στελέχωση, συντήρηση και διαρκή αξιολόγηση αποτελεσματικότητας. Στην πράξη περιλαμβάνει: μελέτη, χρηματοδότηση, υλοποίηση, εγκατάλειψη, νέα μελέτη. Οπότε αυτός ο κύκλος συχνά διακόπτεται πρόωρα. Η έμφαση δίνεται στην ένταξη ενός έργου σε χρηματοδοτικό πρόγραμμα και στην ολοκλήρωση της κατασκευής του, ενώ η μακροχρόνια λειτουργία, η επιστημονική παρακολούθηση και η συστηματική αποτίμηση των αποτελεσμάτων αντιμετωπίζονται ως δευτερεύοντα ζητήματα.Το πρόβλημα επιτείνεται από την υποστελέχωση των δημοτικών υπηρεσιών. Πολλοί νησιωτικοί δήμοι λειτουργούν με ελλιπή τεχνική υποστήριξη και χωρίς εξειδικευμένο προσωπικό στη διαχείριση υδάτινων πόρων. Η υδρολογία, η υδρογεωλογία και η ολοκληρωμένη διαχείριση λεκάνης απορροής δεν αποτελούν τυπικές γνώσεις γενικής μηχανικής· είναι εξειδικευμένα επιστημονικά πεδία.Έτσι, κρίσιμες μελέτες συχνά ανατίθενται σε εξωτερικούς συνεργάτες, μέσα από διαδικασίες που, αν και θεσμικά προβλεπόμενες, καταλήγουν επαναλαμβανόμενα σε περιορισμένο κύκλο «γνωστών» μελετητών. Σε άλλες περιπτώσεις, εκπονούνται από μηχανικούς χωρίς ειδίκευση στη διαχείριση υδάτινων συστημάτων. Το αποτέλεσμα δεν είναι απαραίτητα κακοτεχνία· είναι συχνά ελλιπής κατανόηση της συνολικής υδρολογικής εικόνας.Η διαχείριση ενός νησιωτικού υδατικού ισοζυγίου απαιτεί:·υπολογισμό εισροών και εκροών,·εκτίμηση δυναμικής του υδροφόρου ορίζοντα,·πρόβλεψη εποχικής ζήτησης,·σχεδιασμό τεχνητού εμπλουτισμού,·και συνεχή παρακολούθηση ποσοτικών και ποιοτικών παραμέτρων.Χωρίς μόνιμη επιστημονική δομή εντός των υπηρεσιών, τα έργα παραμένουν αποσπασματικές παρεμβάσεις και όχι στοιχεία ενός ολοκληρωμένου συστήματος.Έτσι δημιουργείται ένα παράδοξο: ο φυσικός κύκλος του νερού λειτουργεί αδιάλειπτα, ενώ ο διοικητικός κύκλος λειτουργεί ασυνεχώς. Η φύση προσφέρει επαναληψιμότητα και προβλεψιμότητα. Η διαχείριση, αντίθετα, συχνά περιορίζεται σε αποσπασματικές ενέργειες που δεν συνδέονται μεταξύ τους.Και όταν οι δύο αυτοί κύκλοι δεν συγχρονίζονται, το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς τεχνικό έλλειμμα. Είναι δομική αδυναμία. Το καλοκαίρι δεν φέρνει μια απρόβλεπτη κρίση· αποκαλύπτει τα όρια ενός συστήματος που δεν σχεδιάστηκε με ορίζοντα δεκαετίας, αλλά με ορίζοντα θητείας.2. Υποδομές και Πραγματικότητα2.1 Υδάτινοι πόροι του νησιούΗ Κως διαθέτει περιορισμένο αλλά υπαρκτό υδατικό δυναμικό, το οποίο βασίζεται κυρίως στον υπόγειο υδροφόρο ορίζοντα. Ο υδροφόρος ορίζοντας τροφοδοτείται από τις χειμερινές βροχοπτώσεις και αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της υδροδότησης του νησιού εδώ και δεκαετίες. Ωστόσο, η αξιοποίησή του δεν γίνεται με όρους μακροχρόνιας βιωσιμότητας.Η εντατική άντληση, ιδιαίτερα κατά τους θερινούς μήνες, σε συνδυασμό με τη γεωγραφική ιδιαιτερότητα ενός παράκτιου νησιωτικού συστήματος, έχει οδηγήσει σε φαινόμενα υφαλμύρωσης. Η διείσδυση θαλασσινού νερού στον υδροφόρο ορίζοντα δεν αποτελεί ξαφνικό ή απρόβλεπτο γεγονός· είναι το αναμενόμενο αποτέλεσμα υπεράντλησης χωρίς επαρκή φυσικό ή τεχνητό εμπλουτισμό. Σε πολλές περιοχές, η ποιοτική υποβάθμιση του υπόγειου νερού προηγείται της ποσοτικής εξάντλησης.Το πρόβλημα επιτείνεται από την έντονη εποχικότητα της ζήτησης. Κατά τη χειμερινή περίοδο, η κατανάλωση παραμένει σχετικά χαμηλή και ο υδροφόρος ορίζοντας έχει τη δυνατότητα μερικής ανάκαμψης. Το καλοκαίρι όμως, η εκρηκτική αύξηση πληθυσμού λόγω τουρισμού δημιουργεί μια αιχμή ζήτησης που δεν αντιστοιχεί στις φυσικές δυνατότητες ανανέωσης του συστήματος. Το υδατικό ισοζύγιο μετατρέπεται έτσι σε ισοζύγιο εξάντλησης.Η εικόνα αυτή επιβαρύνεται περαιτέρω από την ύπαρξη μεγάλου αριθμού γεωτρήσεων, πολλές από τις οποίες λειτουργούν χωρίς επαρκή έλεγχο ως προς την αδειοδότηση, την πραγματική παροχή και τον συνολικό σωρευτικό τους αντίκτυπο. Η αποσπασματική καταγραφή και η ελλιπής παρακολούθηση καθιστούν αδύνατη την αξιόπιστη εκτίμηση των συνολικών αντλήσεων, με αποτέλεσμα ο υδροφόρος ορίζοντας να αντιμετωπίζεται όχι ως ανανεώσιμος πόρος υπό προϋποθέσεις, αλλά ως διαθέσιμο απόθεμα προς συνεχή άντληση, χωρίς σαφή όρια και χωρίς χρονικό ορίζοντα εξάντλησης.2.2 Ύδρευση και Άρδευση: Δύο κόσμοι που δεν επικοινωνούνΕδώ αναδεικνύεται ένα βασικό επιστημονικό και διαχειριστικό παράδοξο: σε ένα νησί με περιορισμένους υδατικούς πόρους, χρησιμοποιείται συχνά πόσιμο νερό για χρήσεις που δεν το απαιτούν. Άρδευση, τουριστικές εγκαταστάσεις, εκτεταμένες πράσινες επιφάνειες και γκαζόν, καταλύματα βραχυχρόνιας μίσθωσης (Airbnb), πισίνες και τζακούζι καταναλώνουν νερό υψηλής ποιότητας, όχι επειδή αυτό είναι τεχνικά αναγκαίο, αλλά επειδή δεν έχει οργανωθεί ένα διακριτό σύστημα εναλλακτικών ροών.Η έκταση του προβλήματος γίνεται σαφέστερη όταν αποτυπωθεί σε όρους όγκου νερού. Ένα τυπικό γκαζόν μεσογειακού τύπου απαιτεί, περίπου 5 έως 7 κυβικά μέτρα νερού ανά τετραγωνικό μέτρο ετησίως, ανάλογα με το μικροκλίμα και τη συχνότητα άρδευσης. Έτσι, μια πράσινη επιφάνεια πεντακοσίων τετραγωνικών μέτρων μπορεί να καταναλώνει 2.500 έως 3.500 κυβικά μέτρα νερού μέσα σε μία θερινή περίοδο.Μια ιδιωτική πισίνα χωρητικότητας 40 έως 60 κυβικών μέτρων απαιτεί αρχικά πλήρωση και στη συνέχεια συνεχή αναπλήρωση λόγω εξάτμισης και συντήρησης, η οποία μπορεί να αντιστοιχεί σε επιπλέον 20 έως 30 κυβικά μέτρα νερού ανά μήνα κατά την αιχμή της τουριστικής περιόδου. Τα τζακούζι, αν και μικρότερα σε όγκο, λειτουργούν με συχνές αποστραγγίσεις και επαναπληρώσεις για λόγους υγιεινής, οδηγώντας σε δυσανάλογα υψηλή κατανάλωση νερού σε σχέση με το μέγεθός τους.Όταν οι χρήσεις αυτές πολλαπλασιάζονται σε δεκάδες ή εκατοντάδες τουριστικές μονάδες και καταλύματα βραχυχρόνιας μίσθωσης, η συνολική κατανάλωση δεν αποτελεί πλέον περιθωριακή επιβάρυνση, αλλά δομικό παράγοντα πίεσης του υδατικού συστήματος. Η πίεση αυτή δεν αποτυπώνεται μόνο στα δίκτυα ύδρευσης, αλλά μεταφέρεται άμεσα στον υδροφόρο ορίζοντα, μέσω αυξημένων αντλήσεων από γεωτρήσεις, συχνά χωρίς ενιαίο έλεγχο ή συνολικό σχεδιασμό.Το πρόβλημα δεν είναι η άγνοια. Οι λύσεις είναι γνωστές. Το πρόβλημα είναι η απουσία σχεδιασμού που να διαχωρίζει τις χρήσεις, να αντιστοιχίζει την ποιότητα του νερού στην πραγματική ανάγκη και να ενσωματώνει όλες τις αντλήσεις, δημόσιες και ιδιωτικές, σε ένα ενιαίο και ελεγχόμενο υδατικό ισοζύγιο.3. Το Νερό που Δεν Χρησιμοποιήθηκε Ποτέ3.1 Ο σχεδιασμός που δεν έγινεΣε ένα νησί με περιορισμένους φυσικούς υδατικούς πόρους, έντονη εποχική ζήτηση και αυξανόμενη πίεση στον υδροφόρο ορίζοντα, θα ανέμενε κανείς την ύπαρξη εναλλακτικών πηγών νερού ενταγμένων σε ένα ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης. Δύο τέτοιες πηγές, διεθνώς δοκιμασμένες και επιστημονικά τεκμηριωμένες, είναι η επαναχρησιμοποίηση επεξεργασμένων υγρών αποβλήτων και η αφαλάτωση.Στην περίπτωση της Κω, όμως, δεν καταγράφεται η ύπαρξη λειτουργικών έργων που να παρέχουν επεξεργασμένο νερό για άρδευση ή άλλες δευτερεύουσες χρήσεις, ούτε μόνιμων μονάδων αφαλάτωσης ενταγμένων στο υδατικό ισοζύγιο του νησιού. Η απουσία αυτή δεν είναι αποτέλεσμα τεχνικής αδυναμίας ή έλλειψης γνώσης. Είναι αποτέλεσμα σχεδιασμού που είτε δεν προχώρησε ποτέ είτε δεν θεωρήθηκε προτεραιότητα.Η επαναχρησιμοποίηση νερού και η αφαλάτωση δεν εντάχθηκαν ως βασικοί πυλώνες πολιτικής, αλλά παρέμειναν, στην καλύτερη περίπτωση, ως θεωρητικές επιλογές ή ως μελέτες χωρίς συνέχεια. Έτσι, το υδατικό σύστημα της Κω συνεχίζει να στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά σε αντλήσεις από τον υδροφόρο ορίζοντα και σε συμβατικές υποδομές ύδρευσης.3.2 Η πραγματικότητα των χρηματοδοτήσεωνΗ απουσία λειτουργικών έργων επαναχρησιμοποίησης και αφαλάτωσης δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζονται και υλοποιούνται τα έργα μέσω χρηματοδοτικών προγραμμάτων, όπως το ΕΣΠΑ. Σε πολλές περιπτώσεις, η ένταξη ενός έργου στο πρόγραμμα αντιμετωπίζεται ως αυτοσκοπός, με κύριο κριτήριο την απορρόφηση κονδυλίων και όχι τη μακροχρόνια λειτουργική του αξία.Έργα σχεδιάζονται ώστε να είναι επιλέξιμα, ώριμα και διοικητικά συμβατά, όχι απαραίτητα ώστε να απαντούν σε πραγματικές ανάγκες ή να εντάσσονται σε ένα συνεκτικό σύστημα. Όταν η τοπική κοινωνία δεν έχει πειστεί για την αναγκαιότητα ενός έργου ή δεν έχει συμμετάσχει ουσιαστικά στον σχεδιασμό του, η λειτουργία του παραμένει εύθραυστη ή ανύπαρκτη.Έτσι δημιουργείται ένα γνώριμο μοτίβο: έργα που χρηματοδοτούνται, δημοπρατούνται και ολοκληρώνονται τυπικά, αλλά δεν αποκτούν ποτέ ουσιαστικό ρόλο στην καθημερινή διαχείριση των πόρων. Στην περίπτωση της Κω, αυτό μεταφράζεται σε συνεχή αναζήτηση νέων γεωτρήσεων και νέων δικτύων, αντί για αναδιάρθρωση του ίδιου του μοντέλου υδροδότησης.3.3 Το φαινόμενο των «νεκρών έργων» και το κόστος της απουσίαςΗ απουσία επαναχρησιμοποίησης και αφαλάτωσης δεν είναι ουδέτερη. Έχει μετρήσιμο κόστος. Κάθε κυβικό μέτρο νερού που θα μπορούσε να καλυφθεί από επεξεργασμένα λύματα ή από αφαλάτωση και δεν καλύπτεται, μεταφράζεται σε πρόσθετη άντληση από τον υδροφόρο ορίζοντα. Κάθε καλοκαίρι, το σύστημα λειτουργεί στα όριά του, όχι επειδή δεν υπάρχουν τεχνικές λύσεις, αλλά επειδή αυτές δεν εντάχθηκαν ποτέ σε λειτουργία.Τα «νεκρά έργα» δεν είναι μόνο όσα κατασκευάστηκαν και εγκαταλείφθηκαν. Είναι και όσα δεν υλοποιήθηκαν ποτέ, παρότι ήταν γνωστά, εφικτά και αναγκαία. Η απουσία τους διαμορφώνει μια κατάσταση μόνιμης κρίσης, η οποία παρουσιάζεται κάθε χρόνο ως έκτακτη.Όσο η πολιτική διαχείριση περιορίζεται σε αποσπασματικά έργα και όχι σε στρατηγικές επιλογές, η λειψυδρία θα εμφανίζεται ως φυσικό φαινόμενο. Στην πραγματικότητα όμως, πρόκειται για αποτέλεσμα διαχρονικών αποφάσεων — και κυρίως για αποτέλεσμα όσων δεν αποφασίστηκαν ποτέ.4. Σύγκριση με την Ελβετία: Ένα Αντίθετο Παράδειγμα4.1 Ολοκληρωμένη διαχείρισηΗ σύγκριση με μια χώρα όπως η Ελβετία δεν γίνεται για να υπονοηθεί ότι τα γεωγραφικά και κλιματικά δεδομένα είναι ίδια. Δεν είναι. Η Ελβετία διαθέτει διαφορετικό υδρολογικό καθεστώς, ορεινή γεωμορφολογία και πολύ υψηλότερα υδατικά αποθέματα. Αυτό που έχει σημασία, όμως, δεν είναι μόνο το πόσο νερό διαθέτει μια χώρα, αλλά το πώς το διαχειρίζεται.Στην ελβετική προσέγγιση, το νερό αντιμετωπίζεται ως ενιαίος πόρος και όχι ως σύνολο αποσπασματικών χρήσεων. Η διαχείριση οργανώνεται σε επίπεδο λεκάνης απορροής και όχι διοικητικών ορίων, ενώ η συνεργασία μεταξύ καντονιών αποτελεί θεσμικά κατοχυρωμένη πρακτική και όχι περιστασιακή επιλογή.Το κρίσιμο στοιχείο είναι ο λειτουργικός συνδυασμός τριών τομέων που σε πολλά νησιωτικά συστήματα —συμπεριλαμβανομένης της Κω— αντιμετωπίζονται χωριστά:·ύδρευση,·ενέργεια,·περιβαλλοντική προστασία.Στην Ελβετία, τα υδροηλεκτρικά έργα, οι ταμιευτήρες πόσιμου νερού και τα συστήματα αντιπλημμυρικής προστασίας σχεδιάζονται εξαρχής ως στοιχεία ενός ενιαίου υδατικού ισοζυγίου. Η ενεργειακή παραγωγή δεν είναι ανταγωνιστική προς την ύδρευση· είναι συμπληρωματική. Η περιβαλλοντική διάσταση δεν προστίθεται εκ των υστέρων· ενσωματώνεται στον αρχικό σχεδιασμό.Το αποτέλεσμα είναι ένα σύστημα υψηλής ανθεκτικότητας, στο οποίο οι περίοδοι ξηρασίας ή έντονων βροχοπτώσεων δεν μετατρέπονται εύκολα σε διαχειριστικές κρίσεις.4.2 Ταμιευτήρες και φράγματαΗ ελβετική στρατηγική βασίζεται σε ένα εκτεταμένο δίκτυο ταμιευτήρων και φραγμάτων πολλαπλής χρήσης. Τα έργα αυτά δεν κατασκευάζονται για έναν μόνο σκοπό, αλλά για να εξυπηρετούν ταυτόχρονα:·παραγωγή υδροηλεκτρικής ενέργειας,·αποθήκευση νερού,·ρύθμιση παροχών,·αντιπλημμυρική προστασία,·οικολογική διαχείριση ροών.Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν:·το φράγμα Mauvoisin Dam, ένα από τα υψηλότερα φράγματα βαρύτητας στην Ευρώπη, που λειτουργεί ως βασικός ενεργειακός και υδρολογικός ρυθμιστής της περιοχής··η λίμνη ταμιευτήρας Lac de l’Hongrin, η οποία εντάσσεται σε ένα ευρύτερο υδροηλεκτρικό σύστημα με δυνατότητα εποχικής αποθήκευσης μεγάλων ποσοτήτων νερού.Το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι το μέγεθος αυτών των έργων — το οποίο προφανώς δεν μπορεί να μεταφερθεί αυτούσιο σε ένα μικρό νησί — αλλά η φιλοσοφία σχεδιασμού. Κάθε κυβικό μέτρο νερού θεωρείται δυνητικός πόρος που πρέπει να:·συγκρατηθεί όταν υπάρχει περίσσεια,·αποθηκευτεί με ασφάλεια,·αξιοποιηθεί πολλαπλά πριν επιστρέψει στο φυσικό σύστημα.Σε αντίθεση, σε πολλά νησιωτικά συστήματα της Ανατολικής Μεσογείου, μεγάλα επεισόδια βροχής εξακολουθούν να καταλήγουν ταχύτατα στη θάλασσα, χωρίς ενδιάμεση αξιοποίηση ή τεχνητή ρύθμιση.4.3 Εκπαίδευση και κοινωνική κουλτούραΗ τεχνική υποδομή από μόνη της δεν αρκεί. Η ελβετική εμπειρία δείχνει ότι η αποτελεσματική διαχείριση νερού στηρίζεται εξίσου σε θεσμικούς και κοινωνικούς παράγοντες.Πρώτον, η περιβαλλοντική αγωγή ξεκινά από το σχολείο. Η κατανόηση του υδρολογικού κύκλου, της αξίας των υδατικών πόρων και των ορίων των οικοσυστημάτων αποτελεί βασικό στοιχείο της εκπαιδευτικής διαδικασίας και όχι περιστασιακή θεματική. Έτσι διαμορφώνεται μια κουλτούρα πρόληψης αντί για κουλτούρα αντίδρασης.Δεύτερον, υπάρχει υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς διαχείρισης νερού. Η εμπιστοσύνη αυτή δεν είναι αυτονόητη· οικοδομείται μέσα από:·σταθερή ποιότητα υπηρεσιών,·τεκμηριωμένες αποφάσεις,·μακροχρόνια συνέπεια πολιτικών.Τρίτον —και ίσως κρισιμότερο— η διαφάνεια αποτελεί λειτουργική προϋπόθεση και όχι επικοινωνιακή επιλογή. Τα δεδομένα κατανάλωσης, τα υδρολογικά ισοζύγια και οι στρατηγικές αποφάσεις είναι προσβάσιμα και τεχνικά τεκμηριωμένα. Αυτό επιτρέπει δημόσιο διάλογο που βασίζεται σε στοιχεία και όχι σε εκτιμήσεις.Η ελβετική περίπτωση δεν αποτελεί πρότυπο προς μηχανική αντιγραφή. Αποτελεί όμως ισχυρή υπενθύμιση ότι η λειψυδρία δεν καθορίζεται αποκλειστικά από το κλίμα. Καθορίζεται από τον βαθμό στον οποίο μια κοινωνία επιλέγει να σχεδιάσει, να επενδύσει και να λειτουργήσει το υδατικό της σύστημα με ορίζοντα δεκαετιών — και όχι με τη βραχυπρόθεσμη λογική της διαχείρισης της επόμενης αιχμής ζήτησης.5. Πολιτική Διαχείριση και Δημόσιο Χρήμα5.1 Ευρωπαϊκά κονδύλιαΤα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία — και ιδιαίτερα τα προγράμματα του ΕΣΠΑ — αποτέλεσαν τα τελευταία χρόνια τη βασική πηγή επενδύσεων σε υποδομές ύδατος στην Ελλάδα. Θεωρητικά, το πλαίσιο είναι ισχυρό: διαθέσιμα κονδύλια, σαφείς διαδικασίες ένταξης, τεχνική υποστήριξη και μηχανισμοί ελέγχου.Στην πράξη, όμως, έχει παγιωθεί μια στρέβλωση προτεραιοτήτων. Η επιτυχία συχνά μετριέται με όρους απορρόφησης και όχι με όρους λειτουργικού αποτελέσματος. Το ερώτημα που κυριαρχεί δεν είναι «τι πρόβλημα λύνει το έργο;» αλλά «εντάχθηκε; δημοπρατήθηκε; απορροφήθηκε;».Έτσι διαμορφώνεται μια διοικητική κουλτούρα όπου:·η ένταξη στο πρόγραμμα εκλαμβάνεται ως επιτυχία καθαυτή,·η κατασκευή θεωρείται το τέλος της διαδικασίας,·η μακροχρόνια λειτουργία αντιμετωπίζεται ως μεταγενέστερη μέριμνα.Το αποτέλεσμα είναι προβλέψιμο. Έργα που είναι απολύτως «σωστά» ως προς τη χρηματοδοτική τους ωριμότητα δεν είναι πάντα ενταγμένα σε ένα συνεκτικό υδατικό σχέδιο. Η τεχνική πληρότητα των φακέλων δεν εγγυάται τη συστημική αποτελεσματικότητα.Με άλλα λόγια, το σύστημα έχει μάθει να μετρά ευρώ που απορροφήθηκαν — όχι κυβικά μέτρα νερού που εξοικονομήθηκαν ή υδροφορείς που ανακάμπτουν.5.2 Η διασπάθιση πόρωνΗ πιο δαπανηρή μορφή σπατάλης δεν είναι απαραίτητα η κακοτεχνία. Είναι η αδράνεια μετά την ολοκλήρωση. Σε πολλά έργα ύδατος επαναλαμβάνεται ένα γνώριμο μοτίβο:·μελέτες που εκπονούνται αλλά δεν οδηγούν σε υλοποίηση,·έργα που κατασκευάζονται αλλά δεν εντάσσονται σε λειτουργικό σύστημα,·υποδομές που παραδίδονται αλλά δεν συντηρούνται επαρκώς.Η θεσμική παθογένεια βρίσκεται ακριβώς στη διακοπή του κύκλου. Ο σχεδιασμός, η κατασκευή και η λειτουργία αντιμετωπίζονται ως διακριτές — σχεδόν ασύνδετες — φάσεις, συχνά με διαφορετικές διοικητικές προτεραιότητες και χωρίς ενιαία λογοδοσία.Ιδιαίτερα κρίσιμο είναι το ζήτημα της συντήρησης. Οι υποδομές ύδατος δεν είναι έργα «μιας φοράς». Απαιτούν:·συνεχή τεχνική παρακολούθηση,·ενεργειακή βελτιστοποίηση,·έλεγχο διαρροών,·περιοδική αναβάθμιση εξοπλισμού.Όταν η χρηματοδότηση εξαντλείται στην κατασκευή και δεν προβλέπεται σταθερός μηχανισμός λειτουργίας και συντήρησης, το έργο αρχίζει να φθίνει από την πρώτη κιόλας ημέρα λειτουργίας του.Το ζήτημα, συνεπώς, δεν είναι πρωτίστως η πρόθεση των επιμέρους διοικήσεων ούτε η επάρκεια μεμονωμένων στελεχών. Είναι η απουσία ενός θεσμικού πλαισίου που να επιβραβεύει τη μακροχρόνια απόδοση και όχι τη βραχυπρόθεσμη απορρόφηση.Η πολιτική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι προσωποκεντρική· είναι συστημική. Όσο η αξιολόγηση των έργων σταματά στην κορδέλα των εγκαινίων και δεν φτάνει στα δεδομένα λειτουργίας πέντε ή δέκα χρόνια μετά, η δημόσια δαπάνη θα συνεχίσει να παράγει υποδομές με περιορισμένο πραγματικό αποτύπωμα.Και τότε το πρόβλημα της λειψυδρίας θα επιστρέφει κάθε καλοκαίρι — όχι επειδή δεν διατέθηκαν πόροι, αλλά επειδή δεν μετατράπηκαν ποτέ σε ανθεκτικό σύστημα.6. Εκπαίδευση η μόνη λύση6.1 Το νερό στα σχολικά εγχειρίδιαΟ κύκλος του νερού διδάσκεται εδώ και δεκαετίες στα σχολεία. Οι μαθητές μαθαίνουν για την εξάτμιση, τη συμπύκνωση, την κατακρήμνιση και τη διήθηση. Πρόκειται για μια από τις πιο σταθερές ενότητες της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης — και δικαίως. Το πρόβλημα δεν είναι η απουσία γνώσης. Είναι η αφαίρεση από το τοπικό πλαίσιο.Στα περισσότερα σχολικά εγχειρίδια, ο υδρολογικός κύκλος παρουσιάζεται ως ένα παγκόσμιο, σχεδόν αφηρημένο σύστημα. Σπάνια συνδέεται με ερωτήματα όπως:·τι συμβαίνει στον υδροφόρο ορίζοντα ενός συγκεκριμένου νησιού,·πώς επηρεάζει ο τουρισμός την κατανάλωση νερού,·γιατί εμφανίζεται υφαλμύρωση σε παράκτιες γεωτρήσεις.Έτσι δημιουργείται ένα εκπαιδευτικό παράδοξο: οι μαθητές γνωρίζουν τη θεωρία του νερού, αλλά όχι τη συμπεριφορά του νερού στον τόπο όπου ζουν. Η γνώση παραμένει γενική, ενώ το πρόβλημα είναι απολύτως τοπικό.Η απουσία ουσιαστικήςσύνδεσης με την τοπική πραγματικότηταστερεί από την εκπαίδευση το πιο ισχυρό της εργαλείο: τη γεφύρωση επιστήμης και καθημερινής εμπειρίας. Το ζήτημα καθίσταται εντονότερο σε περιοχές με ισχυρή τουριστική οικονομία. Η διαθεσιμότητα άμεσων επαγγελματικών διεξόδων στον τουριστικό τομέα μπορεί να καλλιεργήσει την αντίληψη ότι η συνέχιση σπουδών δεν αποτελεί αναγκαία προτεραιότητα. Όταν μέρος των νέων θεωρεί ότι έχει ήδη εξασφαλισμένη επαγγελματική απορρόφηση εντός νησιού, η μετάβαση σε ανώτερη εκπαίδευση εκτός τόπου κατοικίας περιορίζεται. Μακροπρόθεσμα, η τάση αυτή επηρεάζει τη διαθεσιμότητα εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού σε τομείς υψηλής τεχνικής απαίτησης, όπως η διαχείριση υδατικών πόρων.6.2 Περιβαλλοντική αγωγή: Θεωρία χωρίς πράξη;Τα τελευταία χρόνια έχουν αναπτυχθεί αξιόλογα προγράμματα περιβαλλοντικής εκπαίδευσης στα ελληνικά σχολεία. Υπάρχουν δράσεις, θεματικές εβδομάδες, σχολικοί κήποι και συνεργασίες με τοπικούς φορείς. Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι η ύπαρξη δράσεων αλλά ο βαθμός συστηματικότητας και βιωματικής τους ένταξης.Σε πολλές περιπτώσεις, η περιβαλλοντική αγωγή:·περιορίζεται σε αποσπασματικές δραστηριότητες,·εξαρτάται από την προσωπική πρωτοβουλία εκπαιδευτικών,·δεν αξιοποιεί συστηματικά πραγματικά δεδομένα κατανάλωσης και πόρων της περιοχής.Μια πιο ώριμη προσέγγιση θα μπορούσε να περιλαμβάνει:·επισκέψεις σε γεωτρήσεις, δεξαμενές ή μονάδες επεξεργασίας (20ο ΓΕΛ Θεσσαλονίκης),·μέτρηση της κατανάλωσης νερού σε σχολικές μονάδες (1ο ΓΕΛ Καλαμαριάς),·πιλοτικές εφαρμογές συλλογής βρόχινου νερού (ΓΕΛ Χαλάστρας),·χαρτογράφηση τοπικών υδατικών πιέσεων (8ο ΓΕΛ Θεσσαλονίκης).Τέτοιες πρακτικές υλοποιούνται αποσπασματικά, αλλά δεν αποτελούν ακόμη σταθερό πυλώνα της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Ως αποτέλεσμα, η περιβαλλοντική συνείδηση καλλιεργείται περισσότερο σε επίπεδο ευαισθητοποίησης και λιγότερο σε επίπεδο λειτουργικής κατανόησης.6.3 Από την αμάθεια στη συλλογική ευθύνηΗ δημόσια συζήτηση για το νερό συχνά ταλαντεύεται μεταξύ τεχνικών λύσεων και ατομικής συμπεριφοράς. Στην πραγματικότητα, ο συνδετικός κρίκος είναι η εφαρμοσμένη γνώση.Όταν η επιστημονική κατανόηση δεν μεταφράζεται σε καθημερινή πρακτική, δημιουργείται ένα κενό αντίληψης του πραγματικού κόστους του νερού. Το νερό παραμένει για τον τελικό χρήστη ένας πόρος που «υπάρχει στη βρύση», χωρίς ορατή σύνδεση με τον υδροφόρο ορίζοντα, την άντληση και την ενεργειακή επιβάρυνση.Η μετάβαση από την ατομική άγνοια στη συλλογική ευθύνη προϋποθέτει σύγκλιση τριών παραγόντων:·επιστημονική γνώση κατανοητή και τοπικά σχετική,·θεσμούς που λειτουργούν με συνέπεια και διαφάνεια,·εκπαιδευτικές πρακτικές που μετατρέπουν τη θεωρία σε εμπειρία.Χωρίς αυτή τη σύγκλιση, ακόμη και η πιο τεκμηριωμένη ανάλυση κινδυνεύει να παραμείνει κοινωνικά αδρανής.Και τότε η λειψυδρία δεν θα είναι μόνο τεχνικό ή διοικητικό ζήτημα. Θα είναι και αντανάκλαση συλλογικών επιλογών — επιλογών που διαμορφώνονται πολύ νωρίτερα από τη στιγμή που ανοίγει μια γεώτρηση ή εγκρίνεται ένα έργο.7. Συμπέρασμα: Η Λειψυδρία ως ΚαθρέφτηςΗ περίπτωση της Κω δεν αποτελεί εξαίρεση· αποτελεί έντονη συμπύκνωση ενός ευρύτερου ελληνικού μοτίβου. Σε μικρή κλίμακα αποτυπώνονται με σαφήνεια οι ίδιες δομικές αδυναμίες που εμφανίζονται σε πολλά μέρη της χώρας: πίεση στους υδατικούς πόρους, αποσπασματικές παρεμβάσεις, καθυστερημένος σχεδιασμός και περιορισμένη σύνδεση μεταξύ γνώσης και πράξης.Η λειψυδρία, όπως αναδείχθηκε, δεν μπορεί να ερμηνευθεί αποκλειστικά ως υδρολογικό φαινόμενο. Είναι ταυτόχρονα:·θεσμικό ζήτημα, όταν ο σχεδιασμός σταματά στην κατασκευή και δεν φτάνει στη λειτουργία,·εκπαιδευτικό ζήτημα, όταν η γνώση του κύκλου του νερού δεν μετατρέπεται σε τοπική κατανόηση και υπεύθυνη χρήση,·πολιτισμικό ζήτημα, όταν το πραγματικό κόστος του νερού παραμένει κοινωνικά αόρατο.Σε αυτό το πλέγμα παραγόντων, η βροχόπτωση παύει να είναι ο καθοριστικός παράγοντας και γίνεται απλώς η αφετηρία. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πόσο νερό πέφτει, αλλά πόσο από αυτό συγκρατείται, διαχειρίζεται και επαναχρησιμοποιείται με όρους μακροχρόνιας βιωσιμότητας.Όσο σημαντικό μέρος της χειμερινής βροχής συνεχίζει να απορρέει ανεξέλεγκτα προς τη θάλασσα, χωρίς επαρκή αποθήκευση, τεχνητό εμπλουτισμό ή εναλλακτικές πηγές, το θερινό έλλειμμα θα επανεμφανίζεται με σχεδόν μαθηματική κανονικότητα. Η κρίση του καλοκαιριού δεν είναι αιφνίδια· είναι προβλέψιμη.Η Κως λειτουργεί, έτσι, ως καθρέφτης. Όχι μόνο των υδρολογικών ορίων ενός νησιωτικού συστήματος, αλλά και των επιλογών —ή των παραλείψεων— που διαμορφώνουν τη διαχείριση των φυσικών πόρων.Και όσο η βροχή πέφτει και χάνεται, τόσο το πρόβλημα δεν θα λύνεται. Θα επιστρέφει, κάθε καλοκαίρι, με την ίδια επιμονή.Παναγιώτης ΠετρίδηςΦυσικός Εσπερινό Γυμνάσιο Κω