Ραδιόφωνο Live Επικοινωνία Χρήσιμα τηλέφωνα Φαρμακεία
Follow us

Τις πταίει;

28/01/2026
20 Εμφανίσεις
1 Σχόλια

Στη νησιωτική Ελλάδα, η επιχειρηματικότητα είναι καθημερινή πράξη, κυρίως οικογενειακή υπόθεση, συχνά μια μορφή συλλογικής αντοχής. Επιχειρήσεις με ιστορία δεκαετιών, με έντονη δραστηριότητα τους θερινούς μήνες και βαθιές ρίζες στην τοπική κοινωνία. Όμως, πίσω από την εικόνα της κίνησης, συχνά επιστρέφουν με αξιοσημείωτη συνέπεια τα ίδια προβλήματα: έλλειψη ρευστότητας, κόπωση, αβεβαιότητα για το αύριο, δυσκολία να σχεδιαστεί η επόμενη μέρα.

Η νησιωτική επιχειρηματικότητα έχει αντικειμενικές δυσκολίες. Η εποχικότητα συμπιέζει τον χρόνο, το κόστος ανεβαίνει, η εύρεση προσωπικού γίνεται δυσκολότερη και η εξάρτηση από εξωγενείς παράγοντες είναι δεδομένη. Όλα αυτά είναι πραγματικά. Δεν αρκούν, όμως, για να εξηγήσουν γιατί παρόμοια προβλήματα εμφανίζονται ακόμη και σε χρονιές υψηλών τζίρων, όταν υποτίθεται ότι «πήγαμε καλά».

Για να το καταλάβει κανείς, πρέπει να δει την μεγαλύτερη εικόνα. Η έκθεση Business Ready 2025 της Παγκόσμιας Τράπεζας αποτυπώνει μια γνωστή ελληνική αντίφαση: σύγχρονο κανονιστικό πλαίσιο, αλλά υστέρηση στην επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα, δηλαδή στον τρόπο με τον οποίο οι νόμοι και οι κανόνες εφαρμόζονται στην πράξη. Με άλλα λόγια, μπορούμε να θεσπίζουμε νόμους που είναι ανταγωνιστικοί σε διεθνή σύγκριση, όμως δυσκολευόμαστε να τους υπηρετήσουμε με συνέπεια.

Το βλέπει κανείς στις «μικρές ιστορίες» που επαναλαμβάνονται: μια επιχείρηση μπορεί να συσταθεί ψηφιακά πολύ γρήγορα, όμως μια αδειοδότηση, μια επένδυση, μια διαδικασία, μπορεί να καθυστερήσει υπερβολικά. Το χάσμα ανάμεσα στην θεωρία και στην πράξη δημιουργεί ένα πρόσθετο βάρος που δεν αποτυπώνεται σε κανένα στατιστικό δείκτη, αλλά πληρώνεται σε χρόνο, αντοχή και κυρίωςρευστότητα. Στα νησιά, όπου οι περίοδοι λειτουργίας είναι ασφυκτικές και τα περιθώρια στενά, αυτή η επιβάρυνση γίνεται ακόμη πιο αισθητή.

Άρα τις πταίει; Ποιος φταίει τελικά που το εθνικό περιβάλλον επηρεάζει και την εσωτερική ανθεκτικότητα της επιχείρησης;Όταν μια επιχείρηση «δουλεύει», αλλά δεν αντέχει, τότε το ζήτημα δεν είναι μόνο τι συμβαίνει «εκεί έξω». Είναι και ο τρόπος που λειτουργεί «εδώ μέσα». Στη νησιωτική οικονομία, ο βασικός φορέας αυτής της λειτουργίας είναι η οικογενειακή επιχείρηση , που από μόνο του, σε καμία περίπτωση δεν είναι μειονέκτημα. Αντίθετα προσφέρει ταχύτητα αποφάσεων, βαθιά γνώση του αντικειμένου, πείσμα και ευελιξία. Μαζί του, όμως, μεταφέρει και παθογένειες που συχνά περνούν απαρατήρητες, ακριβώς επειδή είναι οικείες.

Οι ρόλοι θολώνουν: ο ιδιοκτήτης είναι ταυτόχρονα διαχειριστής, εργαζόμενος και τελικός αξιολογητής. Η διαδοχή αναβάλλεται, οι διαδικασίες μένουν να εφαρμόζονται προφορικά, οι αποφάσεις λαμβάνονται κυρίως με βάση το ένστικτο και την εμπειρία. Η φράση «έτσι δουλεύουμε χρόνια» γίνεται τρόπος να κλείνει κάθε δύσκολη συζήτηση. Προσοχή: κανείς δεν αμφισβητεί την αξία της εμπειρίας. Το ερώτημα είναι αν η εμπειρία συνοδεύεται από έλεγχο. Αν οι αριθμοί αντιμετωπίζονται ως εργαλείο κατανόησης ή ως τυπική υποχρέωση. Διότι στην πράξη εμφανίζονται συχνά επιχειρήσεις με τζίρο αλλά χωρίς «ταμείο», με κέρδη στα χαρτιά αλλά με αδυναμία να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους. Και τότε, ό,τι έπρεπε να είχε προληφθεί, αντιμετωπίζεται εκ των υστέρων , συνήθως με μεγαλύτερο κόστος.

Σε αυτό το σημείο, ίσως αξίζει μια απλή ερώτηση ,όχι εύκολη:μπορεί κανείς να θυμηθεί την τελευταία φορά που εκπαιδεύτηκε ουσιαστικά σε μια νέα διαδικασία για την επιχείρησή του;Όχι μια ενημέρωση, όχι μια υποχρεωτική προσαρμογή, αλλά μια πραγματική εκπαίδευση που άλλαξε τρόπο σκέψης, μέτρησης και απόφασης. Αν η απάντηση δεν έρχεται εύκολα, ή καθόλου ,ίσως αυτό να είναι ήδη ένα στοιχείο.

Το μεγαλύτερο «παράδοξο» της ελληνικής οικονομίας: δουλεύουμε πολύ, αλλά παράγουμε σχετικά λίγη αξία ανά ώρα εργασίας. Η χαμηλή παραγωγικότητα , είναι ο λόγος που εξηγεί γιατί η ανάπτυξη συχνά δεν μεταφράζεται σε αντοχή. Όσο κι αν ακούγεται άβολο , οι αιτίες της χαμηλής παραγωγικότητας είναι σε μεγάλο βαθμό γνωστές.

Πρώτον, η δομή της επιχειρηματικότητας: η ελληνική οικονομία κυριαρχείται από πολύ μικρές επιχειρήσεις. Όταν το επιχειρείν γίνεται σε μονάδες λίγων ανθρώπων, είναι εξαιρετικά δύσκολο να πετύχεις οικονομίες κλίμακας, να δημιουργήσεις τμήματα, να επενδύσεις σε τεχνολογία, να υποστηρίξεις την καινοτομία. Ένα μεγάλο μέρος της αγοράς λειτουργεί διαισθητικά και εμπειρικά και όχι με επιχειρηματικό σχέδιο.

Δεύτερον, το επενδυτικό κενό της δεκαετίας της κρίσης: η μακρά περίοδος υποεπένδυσης άφησε πίσω της γηρασμένο εξοπλισμό, παρωχημένο λογισμικό, ελλιπή αυτοματοποίηση. Η εργασία «συνεργάζεται» με εργαλεία άλλης εποχής, άρα και η απόδοση ανά ώρα, μένει χαμηλή.

Τρίτον, ο ψηφιακός μετασχηματισμός παραμένει ασύμμετρος. Υπήρξε πρόοδος, αλλά συχνά σε επίπεδο συμμόρφωσης (πλατφόρμες, δηλώσεις, ψηφιακές υποχρεώσεις) και όχι σε επίπεδο πραγματικής αναδιάρθρωσης της λειτουργίας της επιχείρησης. Η τεχνολογία και ιδιαίτερα η αξιοποίηση δεδομένων και εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης ,παραμένει περιορισμένη στο μεγαλύτερο μέρος των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Θα πει κάποιος: «σουβλάκια πουλάω , τι τεχνητή νοημοσύνημου τσαμπουνάς»; Κι όμως , θα εκπλαγείτε με τις εφαρμογές που έχει η ΑΙ.

Τέταρτον, το μίγμα της οικονομίας: ένα μεγάλο μέρος του ΑΕΠ προέρχεται από κλάδους εντάσεως εργασίας, όπως ο τουρισμός και το λιανικό εμπόριο. Αυτό δεν είναι ελάττωμα. Είναι επιλογή και πραγματικότητα. Όμως, όταν ο ανταγωνισμός γίνεται με βάση την τιμή και όχι την αξία, τότε η παραγωγικότητα «κλειδώνει» χαμηλά.

Πέμπτον, τα θεσμικά εμπόδια και το ανθρώπινο κεφάλαιο: η γραφειοκρατία, οι καθυστερήσεις, τα διοικητικά βάρη αυξάνουν το κόστος χωρίς να προσθέτουν αξία, ενώ η αναντιστοιχία δεξιοτήτων κάνει δυσκολότερη τη μετάβαση σε πιο απαιτητικά μοντέλα εργασίας και υπηρεσιών. Μέσα σε όλα αυτά, το υψηλό μη μισθολογικό κόστος ενισχύει τον πειρασμό της «ημιεπίσημης» λειτουργίας , δηλαδή τα γνωστά «μαύρα».

Στον τουρισμό, το πρόβλημα της παραγωγικότητας γίνεται ακόμη πιο συγκεκριμένο. Η εποχικότητα αφήνει υποδομές ανενεργές για μήνες, η επιχείρηση πληρώνει κάθε χρόνο κόστος επανεκκίνησηςκαι η έλλειψη συστημάτων (CRM/ERP, data analytics, δυναμική τιμολόγηση) περιορίζει τη δυνατότητα να μετατραπεί ο τζίρος σε πραγματική αξία. Δεν είναι τυχαίο ότι οι μεγαλύτερες, καλύτερα οργανωμένες μονάδες εμφανίζουν υψηλότερη παραγωγικότητα: δείχνουν πως το ζήτημα δεν είναι μόνο η ζήτηση, αλλά και η οργάνωση.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, αναδύεται σταδιακά μια από τις πιο διαδεδομένες και ταυτόχρονα πιο επικίνδυνεςσυνήθειες: η φοροαποφυγή ως εργαλείο βιωσιμότητας. Όχι πάντα ως ωμή παρανομία, αλλά ως «αναγκαία προσαρμογή». Η φράση είναι γνώριμη: «αν πληρώσω όλα όσα πρέπει, δεν βγαίνω». Έτσι, η πίεση δεν αντιμετωπίζεται με καλύτερη οργάνωση, κοστολόγηση, έλεγχο και αναδιάρθρωση, αλλά με χειραγώγηση των φορολογικών στοιχείων και των φόρων προς απόδοση.

Το πρόβλημα, εδώ, δεν είναι μόνο θεσμικό. Είναι βαθιά επιχειρησιακό. Όταν μια επιχείρηση υφίσταται μόνο εφόσον αποκρύπτει μέρος της δραστηριότητάς της, τότε δεν είναι βιώσιμη εξ ορισμού , απλώς επιβιώνει. Κυρίως, όμως, δεν μπορεί να δει με καθαρότητα το πραγματικό της μέγεθος, το πραγματικό της κόστος και τις πραγματικές της δυνατότητες. Το «τις πταίει;» δεν απευθύνεται εδώ στο κράτος ή στο σύστημα, αλλά στην επιλογή να αντιμετωπίζεται η στρέβλωση ως κανονικότητα.

Υπάρχει, τέλοςκαι ένα ακόμη γνώριμο μοτίβο: η μίμηση. Επενδύσεις και τακτικές επειδή «το έκαναν όλοι», χωρίς να εξετάζεται αν ταιριάζουν στο συγκεκριμένο μέγεθος ή μοντέλο. Οι καλές χρονιές γεννούν αισιοδοξία, όχι πάντα μεθοδολογία, Όταν η συγκυρία αλλάξει, επιστρέφει η ίδια απορία, με άλλο ένδυμα.

Ο τίτλος του άρθρου , δεν αναζητά ενόχους , απεναντίας θέτει ερωτήματα. Ζητά από τον επιχειρηματία να σταθεί απέναντι στην επιχείρησή του με ειλικρίνεια και να αναρωτηθεί τι λειτουργεί ήδη ,τι δεν δοκιμάστηκε ακόμη. Τι δεν μετριέται για να μη φανεί. Τι αναβάλλεται για «μετά τη σεζόν».Ίσως, τελικά, το πιο κρίσιμο ερώτημα για τη νησιωτική επιχειρηματικότητα να μην αφορά μόνο το επόμενο καλοκαίρι. Αφορά τη διάθεση να τεθεί εγκαίρως το σωστό ερώτημα χωρίς φόβο και χωρίς εύκολες απαντήσεις. Γιατί όσο «το ποιος φταίει» μένει μετέωρο, οι ίδιες παθογένειες θα επιστρέφουν. Όχι επειδή είναι αναπόφευκτες, αλλά επειδή έγιναν οικείες. Και κάποια στιγμή, οικείες σημαίνει «αποδεκτές». Την στιγμή που οι παθογένειες θα γίνουν αποδεκτές ως δεδομένες , ο επιχειρηματίας έχει ήδη υπογράψει το τέλος της επιχείρησης του. Αργά ή γρήγορα.

* Το παραπάνω κείμενο εκφράζει προσωπικές απόψεις και εκτιμήσεις του συντάκτη.Για την σύνταξη και διόρθωση του παρόντος, έγινε χρήση εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης.

*Ο Βασίλης Βογιατζής MSc , είναι Λογιστής – Φοροτεχνικός Α’ Τάξης , ιδρυτής της Λογιστικής εταιρείας VoyiatzisGroup , με έδρα την Κω.



Η ανωνυμία είναι το καλύτερο κρησφύγετο δειλίας και χυδαιότητας!
Σχόλια 1
Γνώστης
Γνώστης 28/01 - 14:42
Να σας πώ τις πταίει;;
Αγαπητέ, πολύ αξιόλογη η τοποθέτηση σας, όμως κανένας μας δεν μιλάει για τον ελέφαντα στο δωμάτιο, Πρίν 20-30 χρόνια και θα μιλήσω για την Κω, οι τουριστικές επιχειρήσεις δούλευαν πολύ καλά και με ακρως ικανοποιητικά έσοδα. Μόλις άνοιξε η όρεξη στους ξένους επενδυτες, άρχισε η κατρακύλα του εισοδήματος των επιχειρήσεων , είτε αυτή είναι μιά μικρή ντόπια μονάδα, είτε εστειατόριο είτε καφε κλπ. Ο λόγος είναι προφανής , ξένα συμφέροντα, ξένοι επενδυτές, ξένα ξενοδοχεία, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει πλέον κυκλοφορούν χρήμα στην αγορά. Δεν χρειάζονται τεράστιες γνώσεις οικονομολογίας για να καταλάβουμε οι απλοί άνθρωποι ότι αν για παράδειγμα εγώ ζω στην Κω δραστηριοποιούμαι στην Κω και ότι βγάζω απο την επιχείρηση μου το επενδύω-ξοδευώ στην Κω τότε κυκλοφορέι το χρήμα μου και κατ επέκταση και του διπλανού κπλ. με αποτέλεσμα μια δυνατή οικονομία. Εδώ που φτάσαμε όμως στο τέλος της κάθε σεζόν και στον ισογογισμό τέλους χρήσης , τα καθαρά κέρδη πετάνε εκτός Κω και ο νόων νοήτω...Ελπίζω να υπάρξει κάποια στιγμή μια ανατροπή πρός όφελος όλων μας

Πρόσθεσε ένα σχόλιο

× ExpImage

ΕΞΟΔΟΣ