Ραδιόφωνο Live Επικοινωνία Χρήσιμα τηλέφωνα
Follow us

ΠΑΛΙΟΙ ΤΣΟΥΚΑΛΑΔΕΣ ΣΤΟ ΓΙΑΠΙΛΙ ΤΗΣ ΚΩ

29/01/2021
124 Εμφανίσεις
0 Σχόλια

Εγώ γεννήθηκα και μεγάλωσα και γέρασα στο Γιαπιλί, δεν ξενιτεύτηκα, ούτε έκανα πολλά ταξίδια στην ζωή μου. Και αυτοί που ξενιτευτήκανε από το Γιαπιλί δεν κάνανε καλύτερη κατούνα από μένα. Το 1970 αγόρασα ένα μεγάλο χωράφι στο Γιαπιλί. Είναι λίγο πλαγιαστό. Έχτισα μέσα αρκετά σπίτια, έχτισα και ένα δικό μου μικρό για τα γεράματά μου στο πιο ψηλό μέρος του χωραφιού και μένουμε εκεί με την γυναίκα μου. Το δωμάτιό μου είναι ψηλά και έχω πόρτα και βγαίνω και καθίζω στη βεράντα αυγή αυγή και κάνω ένα τσιγάρο και απολαμβάνω τους πετεινούς που κράσουνε και ξημερώνει η μέρα και βλέπω τα παλιά σπίτια, το πιο πολλά είναι ρημάδια, όμως εγώ τα φτασα κατοικημένα και θυμάμαι όλους τους παλιούς κατοίκους του Γιαπιλιού που τα κατοικούσανε. Τώρα που τα βλέπω ρημαγμένα και ακατοίκητα, λέγω που πήγαν αυτοί οι παλιοί ανθρώποι και αναστενάζω. Οι πιο πολλοί ήταν γεωργοί και τώρα όπως κάθομαι στη βεράντα μου την αυγή, βλεπω κατά ήλιου βασίλεμα ήταν οι Μανιάδες, οι Βραχνάδες, παλιοί γεωργοί της Κω κατά ήλιου βγάλμα και κατά την νοτιά κατοικούσανε οι Σβουρένηδες, οι Πεταλάδες, οι Παζάκηδες, οι Χόνδρηδες, ο Βσίλης ο Προκόπης, οι Πασπαράδες, οι Κωστόγληδες, οι Καρακιόζηδες και οι Τσουκαλάδες, οι πιο κοντινοί μου γείτονες ήτανε οι Τσουκαλάδες. Εκεί που μένω τώρα ένας γαδουρόδρομος, μας χωρίζει 2 μέτρα φάρδος, ίσα ίσα που περνά ένας γάδαρος φορτωμένος κλαδιά, αν συναντιόνταν με άλλο γάδαρο, ό ένας έπρεπε να στρέψει πίσω γιατί δεν χωρούσανε.

Σήμερα θα κάνω λόγο για τους Τσουκαλάδες του Γιαπιλιού. Γύρω από το 1880, ήρθε από τη Ρωσία ένας Καλύμνιος, Θέμελη Μαμουζελο τον λέγανε, τσουκαλάς στο επάγγελμα, καλός τεχνίτης και καλός άνθρωπος. Εγώ δεν τον έφτασα αλλά η μάνα μου, μου έλεγε ότι όταν μαλώναν μεταξύ τους οι γεωργοί στο Γιαπιλί και είχαν διαφορές, πήαινε ο ίδιος έλυνε τις διαφορές τους και τους συμφιλίωνε. Στο Γιαπιλί παντρεύτηκε την Ρηνιώ, αδελφή του Γιώργη του Σβουρένου. Τον αναγνωρίζαν όλοι ότι ήταν ο πιο ανδρειωμένος και τον σέβονταν όλοι. Ο Γιώργης ο Σβουρένος έδωσε στην αδερφή του ένα χωράφι προίκα, αυτό που είναι το πιο κοντινό μου και το έκανε εργαστήρι και καμίνι και έκανε τα πήλινά του. έκανε λαϊνια, τσουκάλια, τσανάκες, πιάτα, λεκάνες που ψήναν το αρνί της Λαμπρής, πύθους και κουζιά που αποθηκεύαν τις ελιές, τα σύκα και όλες τις κουμπάνιες, έκανε ακόμα φουφούδες για μαγκάλια, φλιτζάνες και σχεδόν όλα τα σκεύη της κουζίνας. Δεν υπήρχαν ακόμα οι τέντζερες και τα αλουμίνια. Τότε πίναμε νερό με τα λαϊνια, το λαϊνι το κρύενε το νερό όσο έπρεπε και ήμασταν υγιής. Τώρα πίνουμε παγωμένο νερό από το ψυγείο και παθαίνουμε όλο κρυολογήματα στο λαιμό.

Εμείς δεν το φτάσαμε τον γέρο Θέμελη, φτάσαμε όμως τον γιο του τον Κωνσταντή ο οποίος ήταν και κείνος άριστος τεχνίτης και τσουκαλάς και χτίστης. Ήτανε γείτονάς μας και κουμπάρος μας και συγγενής μας αφού και κεινος ήταν Σβουρένος από την μάνα του. Ήταν ο άνθρωπος που έχτισε τον Αγιο Νεκτάριο. Του γέρου Θέμελη τα Τσουκαλαριά και το καμίνι ήτανε πάνω στο χωράφι της γυναίκας του, στέκονται ακόμα τα παλια σπίτια, έστω και ακατοίκητα που κατοικήσαν οι δυο κόρες του η Αγγελική και η Γραμματική. Εκεί πάνω ήταν και το μεγάλο καμίνι που το δούλεψε ο Κωνσταντής μερικά χρόνια μετά τον πατέρα του. τελευταία φορά που το άναψε ήταν το 1947 και θυμάμαι που πήγαμε όλοι και οι παλιοί γεωργοί και ποσπερίσαμε και ο Κωνσταντής τους έστησε τάβλες και κάτσανε.

O πατέρας μου τους έφερε ένα καλάθι βελανίδια και βγάζαν από το καμίνι αθθάλι με καρβουνίδα και τα ψήναν και τρώγανε. Είχανε μια όρεξη και τα τρώγανε, ούτε κάστανα να τα νε.

Εδώ όμως ήθελα να πω ότι το 1915 έμαθε ο γέρο Θέμελης ότι στην Γαλλία, που διεξαγόταν ο 1ος Παγκόσμιος πόλεμος, οι Γάλλοι ζητούσανε 2 Τσουκαλάδες να τους κάνουν πηλοσωλήνες για να στεγνώσουν τα νερά από τα χαρακώματα του Βερντέν. Ο Γέρος Θέμελης που έζησε τα πιο πολλά χρόνια του στη ξενιτιά και ήταν γλωσσομαθής πήρε το γιο του τον Κωνσταντή και φύγανε και εκεί οργανώθηκε με Γάλους εργάτες και κάνανε πηλοσωληνες και τα καταφέρανε κα στεγνώσαν τα χαρακώματα. Έτσι κερδίσαν οι Γάλλοι τον πόλεμο και κατατροπώσαν τους Γερμανούς. Όταν όμως τελείωσε ο πόλεμος , όπως μου τα διηγόταν αργότερα ο Κωνσταντής φύγαν με τον πατέρα του και κατεβήκανε στη Μαρσίλια (Μασσαλία) για να ρθουνε στην Κω αλλά εκεί βρήκανε δουλειά και δουλέψαν κανένα χρόνο και μας διηγόταν ο Κωνσταντής την Μαρσίλια που ήτανε μία αφρικανική γύφτιξη πόλη και κατοικούταν από λογοίς λογοίς ανθρώπους, καμηλιέρηδες, ζητιάνους, αγωγιάτες, αραπατζίδες και λογιών λογιών φάτσες και ήκμαζε ο έρωτας του εμπορίου. Εκεί γεμίσανε ψείρες και ζεματίζανε τα ρούχα τους στο καυτό νερό για να ψοφήσουν οι ψείρες. Πήγαν να μπουν στο καράβι και δεν τους δεχόνταν γιατί έπρεπε να εξοντώσουν τις ψείρες. Τελικά ταξιδέψαν το 1919. Το καράβι που τους έφερνε έπιασε Ιταλία και μετά τον ισθμό της Κορίνθου που είχε εγκαινιαστεί εκείνο τον καιρό. Όταν ερχόντανε για την Κω το καράβι έπιασε Σμύρνη που ήταν τότε Ελληνική. Από μέσα από το καράβι βλέπαν την ελληνική σημαία που κυμάτιζε στην προκυμαία της Σμύρνης και κλαίγαν από συγκίνηση. Όταν φτασαν στην Κω με τα λίγα λεφτά που φέρανε αγοράσαν ένα χωράφι στο Γιαπυλί, εκεί κοντά στη Φραζήδενας το Ντεππέ για να βγάζουνε κοκκινόχωμα να συνεχίσουν τα πήλινα. Αργότερα τα παιδιά του Κωνσταντή που ήταν όλοι φίλοι μου, ο Θέμος ο γνωστός ξυλέμπορας της Κω και ο Λευτέρης τα πουλήσανε. Του Λευτέρη το κομμάτι (5 στρέμματα) το αγόρασα εγώ. Ο Βαγγέλης το έχει ακόμα.

Μετά το 1950 που ρθε η εξέλιξη έφερε ο Δημοσθένης ο Κρασάς τα αλουμίνια πιάτα και τις ανοξείδωτες κατσαρόλες , ήρθαν και τα ψυγεία με το παγωμένο νερό και κόπηκε η δουλειά των Τσουκαλάδων και ο Κωνσταντής το άφησε το μεγάλο καμίνι και έκανε ένα πιο μικρό κάτω στης γυναίκα τους το χωράφι και το λειτουργούσε μέχρι το 1965. Τότε έκλεισαν οριστικά τα Τσουκαλαριά στο Γιαπιλί.

ΕΝΑ ΕΥΘΥΜΟ ΣΧΟΛΙΟ

Ένας παλιός μου φίλος, ο Ηλίας ο Καλαιζής που έζησε 104 χρονών και πέθανε πριοπέρυσι μου έλεγε σχετικά με τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, που τα άκουγε και κείνος από τους Κώους προύχοντες που καθόταν στα καφενεία και πίνοντας τον καφέ τους εκεί στο καφενείο στην προκυμαία , από μία παρέα με επιφανείς Κώους με πρώτο τον Κώστα τον Πλατανίστα, πρεπιζάμενος προύχοντας της Κω, όπως και ο Κώστας ο Λουκίδης, ο Ευριπίδης ο Ζερβάνος και μερικοί άλλοι τα συζητούσανε μεταξύ σοβαρού και αστείου. Ο Κώστας ο Πλατανίστας αστειευόμενος πάντα έλεγε ότι 3 άνθρωποι από την Κω βοήθησαν τους Γάλλους στο 1ο παγκόσμιο πόλεμο να φτάσει στη νίκη. Πρώτοι ήταν ο Θέμελης Μαμουζέλος και ο γιος του Κωνσταντής που πήγαν στην Γαλλία και καναν τους πηλοσωλήνες και στραγγίξαν τα χαρακώματα του Βερντέν και τρίτος ο γέρο Δημοσθένης Θυμανάκης, πρώτος γιατρός της Κω, που είχε στο Παρίσι τον γιο του τον Αλέξη και σπούδαζε 20 χρόνια γιατρός και ένα χαρτί δεν έφερε του πατέρα του. 20 χρόνια του έστελνε ο πατέρας του το χρήμα με το τσουβάλι (που λέει ο χρόνος). Με αυτό το χρήμα κράτησε η Γαλλία στον πόλεμο. Εκεί πέρασε ο Αλέξης ο Θυμανάκης τα καλύτερα χρόνια της ζωής του. τα τρωγε με τις ωραίες Γαλλίδες. Αυτά μας έλεγε ο παλιός μου φίλος ο Ηλίας Καλαϊζής. Τώρα πια γέρος και γω βγαίνω στη βεράντα μου και ακούω τους πετεινούς που κράζουν για να ξημερώσει η μέρα και βλέπω τα παλιά σπίτια έρημα και ακατοίκητα. Τα σπίτια των Τσουκαλάδων είναι τα πλησιέστερά μου και το καμίνι που το θυμάμαι τον καιρό που λειτουργούσε, δεν υπάρχει και αυτό σήμερα και μες στο λάκκο του καμινιού έχει φυτρώσει ένας τεράστιος ευκάλυπτος.

Φέρνω στο νου μου τους παλιούς γεωργούς τους Τσουκαλάδες τις παλιές παραγωγικές χρονιές της Κω, τα χωράφια όλα καλλιεργημένα, όλα τα παράγαμε ακόμα και τα βουνά ήταν σπαρμένα σιτάρια. Τα θυμάμαι όλα και βγάζω βαθύ αναστεναγμό γιατί τότε ήμασταν αυτάρκες όλα τα παράγαμε και τα αμπάρια μας ήταν γεμάτα και βροντούσανε και οι πύθοι μας γεμάτοι και τα σκεύη του σπιτιού μας τα παράγαμε οι ίδιοι, ας ήταν και πήλινα. Σήμερα είμαστε εξαρτημένοι απ’ έξω.

Εμείς παραμείναμε πιστοί στα λαϊκίστικα διδάγματα του μεγάλου αγύρτη Ανδρέα Παναδρέα που μας πουλούσε και μας αγόραζε με τον λαϊκισμό του και μας έλεγε ότι δεν είναι ανάγκη να δουλεύουμε να κουραζόμαστε, υπάρχει και άλλος τρόπος, να δανειζόμαστε να ζούμε. Εμείς τον πιστέψαμε και αφήσαμε τα χωράφια μας και ερημώσανε. Και τώρα εάν δεν έρθει να πλευρίσει καράβι να μας φέρει ψωμί να φάμε, θα ψοφήσουμε σαν τους τζιτζίκους.

Η ανωνυμία είναι το καλύτερο κρησφύγετο δειλίας και χυδαιότητας!
Σχόλια 0

Πρόσθεσε ένα σχόλιο

×

ΕΞΟΔΟΣ