Ραδιόφωνο Live Επικοινωνία Χρήσιμα τηλέφωνα
Follow us
  • ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΊΑ

Εγώ γεννήθηκα και μεγάλωσα και γέρασα στο Γιαπιλί, δεν ξενιτεύτηκα, ούτε έκανα πολλά ταξίδια στην ζωή μου. Και αυτοί που ξενιτευτήκανε από το Γιαπιλί δεν κάνανε καλύτερη κατούνα από μένα. Το 1970 αγόρασα ένα μεγάλο χωράφι στο Γιαπιλί. Είναι λίγο πλαγιαστό. Έχτισα μέσα αρκετά σπίτια, έχτισα και ένα δικό μου μικρό για τα γεράματά μου στο πιο ψηλό μέρος του χωραφιού και μένουμε εκεί με την γυναίκα μου. Το δωμάτιό μου είναι ψηλά και έχω πόρτα και βγαίνω και καθίζω στη βεράντα αυγή αυγή και κάνω ένα τσιγάρο και απολαμβάνω τους πετεινούς που κράσουνε και ξημερώνει η μέρα και βλέπω τα παλιά σπίτια, το πιο πολλά είναι ρημάδια, όμως εγώ τα φτασα κατοικημένα και θυμάμαι όλους τους παλιούς κατοίκους του Γιαπιλιού που τα κατοικούσανε. Τώρα που τα βλέπω ρημαγμένα και ακατοίκητα, λέγω που πήγαν αυτοί οι παλιοί ανθρώποι και αναστενάζω. Οι πιο πολλοί ήταν γεωργοί και τώρα όπως κάθομαι στη βεράντα μου την αυγή, βλεπω κατά ήλιου βασίλεμα ήταν οι Μανιάδες, οι Βραχνάδες, παλιοί γεωργοί της Κω κατά ήλιου βγάλμα και κατά την νοτιά κατοικούσανε οι Σβουρένηδες, οι Πεταλάδες, οι Παζάκηδες, οι Χόνδρηδες, ο Βσίλης ο Προκόπης, οι Πασπαράδες, οι Κωστόγληδες, οι Καρακιόζηδες και οι Τσουκαλάδες, οι πιο κοντινοί μου γείτονες ήτανε οι Τσουκαλάδες. Εκεί που μένω τώρα ένας γαδουρόδρομος, μας χωρίζει 2 μέτρα φάρδος, ίσα ίσα που περνά ένας γάδαρος φορτωμένος κλαδιά, αν συναντιόνταν με άλλο γάδαρο, ό ένας έπρεπε να στρέψει πίσω γιατί δεν χωρούσανε.Σήμερα θα κάνω λόγο για τους Τσουκαλάδες του Γιαπιλιού. Γύρω από το 1880, ήρθε από τη Ρωσία ένας Καλύμνιος, Θέμελη Μαμουζελο τον λέγανε, τσουκαλάς στο επάγγελμα, καλός τεχνίτης και καλός άνθρωπος. Εγώ δεν τον έφτασα αλλά η μάνα μου, μου έλεγε ότι όταν μαλώναν μεταξύ τους οι γεωργοί στο Γιαπιλί και είχαν διαφορές, πήαινε ο ίδιος έλυνε τις διαφορές τους και τους συμφιλίωνε. Στο Γιαπιλί παντρεύτηκε την Ρηνιώ, αδελφή του Γιώργη του Σβουρένου. Τον αναγνωρίζαν όλοι ότι ήταν ο πιο ανδρειωμένος και τον σέβονταν όλοι. Ο Γιώργης ο Σβουρένος έδωσε στην αδερφή του ένα χωράφι προίκα, αυτό που είναι το πιο κοντινό μου και το έκανε εργαστήρι και καμίνι και έκανε τα πήλινά του. έκανε λαϊνια, τσουκάλια, τσανάκες, πιάτα, λεκάνες που ψήναν το αρνί της Λαμπρής, πύθους και κουζιά που αποθηκεύαν τις ελιές, τα σύκα και όλες τις κουμπάνιες, έκανε ακόμα φουφούδες για μαγκάλια, φλιτζάνες και σχεδόν όλα τα σκεύη της κουζίνας. Δεν υπήρχαν ακόμα οι τέντζερες και τα αλουμίνια. Τότε πίναμε νερό με τα λαϊνια, το λαϊνι το κρύενε το νερό όσο έπρεπε και ήμασταν υγιής. Τώρα πίνουμε παγωμένο νερό από το ψυγείο και παθαίνουμε όλο κρυολογήματα στο λαιμό.Εμείς δεν το φτάσαμε τον γέρο Θέμελη, φτάσαμε όμως τον γιο του τον Κωνσταντή ο οποίος ήταν και κείνος άριστος τεχνίτης και τσουκαλάς και χτίστης. Ήτανε γείτονάς μας και κουμπάρος μας και συγγενής μας αφού και κεινος ήταν Σβουρένος από την μάνα του. Ήταν ο άνθρωπος που έχτισε τον Αγιο Νεκτάριο. Του γέρου Θέμελη τα Τσουκαλαριά και το καμίνι ήτανε πάνω στο χωράφι της γυναίκας του, στέκονται ακόμα τα παλια σπίτια, έστω και ακατοίκητα που κατοικήσαν οι δυο κόρες του η Αγγελική και η Γραμματική. Εκεί πάνω ήταν και το μεγάλο καμίνι που το δούλεψε ο Κωνσταντής μερικά χρόνια μετά τον πατέρα του. τελευταία φορά που το άναψε ήταν το 1947 και θυμάμαι που πήγαμε όλοι και οι παλιοί γεωργοί και ποσπερίσαμε και ο Κωνσταντής τους έστησε τάβλες και κάτσανε.O πατέρας μου τους έφερε ένα καλάθι βελανίδια και βγάζαν από το καμίνι αθθάλι με καρβουνίδα και τα ψήναν και τρώγανε. Είχανε μια όρεξη και τα τρώγανε, ούτε κάστανα να τα νε.Εδώ όμως ήθελα να πω ότι το 1915 έμαθε ο γέρο Θέμελης ότι στην Γαλλία, που διεξαγόταν ο 1ος Παγκόσμιος πόλεμος, οι Γάλλοι ζητούσανε 2 Τσουκαλάδες να τους κάνουν πηλοσωλήνες για να στεγνώσουν τα νερά από τα χαρακώματα του Βερντέν. Ο Γέρος Θέμελης που έζησε τα πιο πολλά χρόνια του στη ξενιτιά και ήταν γλωσσομαθής πήρε το γιο του τον Κωνσταντή και φύγανε και εκεί οργανώθηκε με Γάλους εργάτες και κάνανε πηλοσωληνες και τα καταφέρανε κα στεγνώσαν τα χαρακώματα. Έτσι κερδίσαν οι Γάλλοι τον πόλεμο και κατατροπώσαν τους Γερμανούς. Όταν όμως τελείωσε ο πόλεμος , όπως μου τα διηγόταν αργότερα ο Κωνσταντής φύγαν με τον πατέρα του και κατεβήκανε στη Μαρσίλια (Μασσαλία) για να ρθουνε στην Κω αλλά εκεί βρήκανε δουλειά και δουλέψαν κανένα χρόνο και μας διηγόταν ο Κωνσταντής την Μαρσίλια που ήτανε μία αφρικανική γύφτιξη πόλη και κατοικούταν από λογοίς λογοίς ανθρώπους, καμηλιέρηδες, ζητιάνους, αγωγιάτες, αραπατζίδες και λογιών λογιών φάτσες και ήκμαζε ο έρωτας του εμπορίου. Εκεί γεμίσανε ψείρες και ζεματίζανε τα ρούχα τους στο καυτό νερό για να ψοφήσουν οι ψείρες. Πήγαν να μπουν στο καράβι και δεν τους δεχόνταν γιατί έπρεπε να εξοντώσουν τις ψείρες. Τελικά ταξιδέψαν το 1919. Το καράβι που τους έφερνε έπιασε Ιταλία και μετά τον ισθμό της Κορίνθου που είχε εγκαινιαστεί εκείνο τον καιρό. Όταν ερχόντανε για την Κω το καράβι έπιασε Σμύρνη που ήταν τότε Ελληνική. Από μέσα από το καράβι βλέπαν την ελληνική σημαία που κυμάτιζε στην προκυμαία της Σμύρνης και κλαίγαν από συγκίνηση. Όταν φτασαν στην Κω με τα λίγα λεφτά που φέρανε αγοράσαν ένα χωράφι στο Γιαπυλί, εκεί κοντά στη Φραζήδενας το Ντεππέ για να βγάζουνε κοκκινόχωμα να συνεχίσουν τα πήλινα. Αργότερα τα παιδιά του Κωνσταντή που ήταν όλοι φίλοι μου, ο Θέμος ο γνωστός ξυλέμπορας της Κω και ο Λευτέρης τα πουλήσανε. Του Λευτέρη το κομμάτι (5 στρέμματα) το αγόρασα εγώ. Ο Βαγγέλης το έχει ακόμα.Μετά το 1950 που ρθε η εξέλιξη έφερε ο Δημοσθένης ο Κρασάς τα αλουμίνια πιάτα και τις ανοξείδωτες κατσαρόλες , ήρθαν και τα ψυγεία με το παγωμένο νερό και κόπηκε η δουλειά των Τσουκαλάδων και ο Κωνσταντής το άφησε το μεγάλο καμίνι και έκανε ένα πιο μικρό κάτω στης γυναίκα τους το χωράφι και το λειτουργούσε μέχρι το 1965. Τότε έκλεισαν οριστικά τα Τσουκαλαριά στο Γιαπιλί.ΕΝΑ ΕΥΘΥΜΟ ΣΧΟΛΙΟΈνας παλιός μου φίλος, ο Ηλίας ο Καλαιζής που έζησε 104 χρονών και πέθανε πριοπέρυσι μου έλεγε σχετικά με τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, που τα άκουγε και κείνος από τους Κώους προύχοντες που καθόταν στα καφενεία και πίνοντας τον καφέ τους εκεί στο καφενείο στην προκυμαία , από μία παρέα με επιφανείς Κώους με πρώτο τον Κώστα τον Πλατανίστα, πρεπιζάμενος προύχοντας της Κω, όπως και ο Κώστας ο Λουκίδης, ο Ευριπίδης ο Ζερβάνος και μερικοί άλλοι τα συζητούσανε μεταξύ σοβαρού και αστείου. Ο Κώστας ο Πλατανίστας αστειευόμενος πάντα έλεγε ότι 3 άνθρωποι από την Κω βοήθησαν τους Γάλλους στο 1ο παγκόσμιο πόλεμο να φτάσει στη νίκη. Πρώτοι ήταν ο Θέμελης Μαμουζέλος και ο γιος του Κωνσταντής που πήγαν στην Γαλλία και καναν τους πηλοσωλήνες και στραγγίξαν τα χαρακώματα του Βερντέν και τρίτος ο γέρο Δημοσθένης Θυμανάκης, πρώτος γιατρός της Κω, που είχε στο Παρίσι τον γιο του τον Αλέξη και σπούδαζε 20 χρόνια γιατρός και ένα χαρτί δεν έφερε του πατέρα του. 20 χρόνια του έστελνε ο πατέρας του το χρήμα με το τσουβάλι (που λέει ο χρόνος). Με αυτό το χρήμα κράτησε η Γαλλία στον πόλεμο. Εκεί πέρασε ο Αλέξης ο Θυμανάκης τα καλύτερα χρόνια της ζωής του. τα τρωγε με τις ωραίες Γαλλίδες. Αυτά μας έλεγε ο παλιός μου φίλος ο Ηλίας Καλαϊζής. Τώρα πια γέρος και γω βγαίνω στη βεράντα μου και ακούω τους πετεινούς που κράζουν για να ξημερώσει η μέρα και βλέπω τα παλιά σπίτια έρημα και ακατοίκητα. Τα σπίτια των Τσουκαλάδων είναι τα πλησιέστερά μου και το καμίνι που το θυμάμαι τον καιρό που λειτουργούσε, δεν υπάρχει και αυτό σήμερα και μες στο λάκκο του καμινιού έχει φυτρώσει ένας τεράστιος ευκάλυπτος.Φέρνω στο νου μου τους παλιούς γεωργούς τους Τσουκαλάδες τις παλιές παραγωγικές χρονιές της Κω, τα χωράφια όλα καλλιεργημένα, όλα τα παράγαμε ακόμα και τα βουνά ήταν σπαρμένα σιτάρια. Τα θυμάμαι όλα και βγάζω βαθύ αναστεναγμό γιατί τότε ήμασταν αυτάρκες όλα τα παράγαμε και τα αμπάρια μας ήταν γεμάτα και βροντούσανε και οι πύθοι μας γεμάτοι και τα σκεύη του σπιτιού μας τα παράγαμε οι ίδιοι, ας ήταν και πήλινα. Σήμερα είμαστε εξαρτημένοι απ’ έξω.Εμείς παραμείναμε πιστοί στα λαϊκίστικα διδάγματα του μεγάλου αγύρτη Ανδρέα Παναδρέα που μας πουλούσε και μας αγόραζε με τον λαϊκισμό του και μας έλεγε ότι δεν είναι ανάγκη να δουλεύουμε να κουραζόμαστε, υπάρχει και άλλος τρόπος, να δανειζόμαστε να ζούμε. Εμείς τον πιστέψαμε και αφήσαμε τα χωράφια μας και ερημώσανε. Και τώρα εάν δεν έρθει να πλευρίσει καράβι να μας φέρει ψωμί να φάμε, θα ψοφήσουμε σαν τους τζιτζίκους.

  • 29 Ιανουαρίου 2021
  • 0 Σχόλια

  • ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΊΑ

Το ποδήλατο και η εποχή του, όπως την αφηγείται η Ντίνα ΧατζηπέτρουΤο ποδήλατο! Γνώρισμα κι αυτό της Κω, μία χαριτωμένη νότα, ένα συν στην όλη όμορφη εικόνα της πόλης. Μοναδικό μεταφορικό μέσο, ψυχαγωγικό, υγιεινό και αισθητικά ωραίο. Οι δρόμοι ευρείς, καθαροί, ελεύθεροι, προσφορά, πρόκληση και πρόσκληση να τους χαρείς «πεζός κι αρματωμένος» δηλαδή ωχούμενος επί ποδηλατού. Δεν υπήρχαν αυτοκίνητα, ούτε μηχανάκια, ούτε οι απαίσιοι ήχοι τους, ούτε οι μολύνσεις τους.Μόνον ποδηλάτες, ποδηλάτισσες, πεζοί και η χαρά της ζωής. Όλοι στην Κω κυκλοφορούσαν με ποδήλατα, άνδρες και γυναίκες, γέροι, νέοι και παιδιά. Ένας κοινός αθόρυβος εντελώς, παράδεισος. Και οι πρώτοι τουρίστες ανακάλυψαν αυτό το ωραίο μέσο κι έβλεπες χαριτωμένες παρέες να κάνουν τον περίπατό τους με ποδήλατα, να τραγουδούν, να χαίρονται.Δεν ξέφυγα κι εγώ απ’ αυτό τον ωραίο ρυθμό. Ένιωθα ευεξία στους μακρείς περιπάτους μου, με το ποδήλατό μου και μόνη και με την παρέα μου. Ήταν κάτι που σε γέμιζε χαρά και αισιοδοξία. Δεν είχε τίποτα το απάνθρωπο, δεν είχε τη σκληρή αίσθηση της μηχανής, ήταν χαριτωμένο και ανθρώπινο, αθόρυβο που διευκόλυνε την ψυχαγωγία και την επικοινωνία.Ένιωθα να εκτονώνομαι, να πετώ την περιττολογία μου (υλική και αισθηματική) και να πληρώνομαι μ’ ένα ισόρροπο αίσθημα πάνω στους ζυγισμένους τροχούς που γύμναζαν την ύπαρξή μου. Ένωθα ελευθερία ανάσας οξυγόνου και ιωδίου. Πολλές φορές τρέχαμε, όταν βρισκόμαστε έξω από την πόλη προς το Ψαλίδι και εκείθεν προς τον Φάρο με κατεύθυνση τον Αγιο Φωκά, παρ’ όλο που ο δρόμος ήταν τότε χωρίς άσφαλτο. Ήταν όμως ωραίος χωματόδρομος, δίπλα σε μία πανέμορφη θάλασσα.Σήμερα, η παραλία αυτή γέμισε ξενοδοχεία, αυτοκίνητα, μηχανάκια, με όλα τα συμπαρομαρτούντα. Η ζωή έγινε σκυθρωπή και η χαρά της – όπου υπάρχει- δεν έχει εκείνη την αγνότητα, την αφέλεια και τη χάρη της τότε Ποια προτιμώ ασφαλώς εκείνη, την τότε. Είχε μία ποιότητα άλλη. Η προσθήκη της κοσμοπολίτικης αίσθησης δεν ταιριάζει στο τοπίο που είναι απλό, λιτό και όμορφο, ίσον ελληνικό. Ο τόπος γεννάει την Ελλάδα και θέλει προσοχή ο τόπος. Δεν πρέπει να διώχνει την Ελλάδα. Αχ, να χαράζαμε τα όρια της δημιουργίας μας με το πνεύμα του τόπου… το ποδήλατο ταίριαζε τόσο με τον τόπο και θα ήταν αληθινή πρόοδος, αν οι τοπικοί άρχοντες λευτέρωναν μερικούς δρόμους, αν τους αφιέρωναν στους ωραίους ποδηλάτες και στις ποδηλάτισσες. Μόνον!Όσο για μένα; Θ’ αγοράσω ξανά ένα καινούργιο ποδήλατο. Οι ωραίες συνήθειες ας μας ακολουθούν.Παρά θιν’ άλος είναι εκεί που νιώθεις το ομηρικό χέρι να σε χτυπάει φιλικά στην πλάτη, καθώς κάθεσαι ξαπλωμένος στην αμμουδιά και μετράς με αφέλεια παιδική (γιατί τη χάνουμε;) τα γρι-γρι που προχωρούν τα παραπεταγμένα φώτα τους μέσα στο θάλάσσιο δρόμο. Νιώθεις συντροφευμένος με προγονικές φωνές και την απόσταση των χρόνων ανύπαρκτη. Δεν θέλεις τίποτα άλλο τη στιγμή εκείνη που πιστεύω ότι δεν είναι μόνο δική σου. Πρόγονε μου ωραίε, λες κι εσύ το ίδιο για μένα; με προσφωνείς απόγονέ μου ωραίε; Θα πρέπει να υπάρχει μηχανισμός (αόρατος) μετασχηματιζόμενης αόρατης σχέσης όμορφης επικοινωνίας που μας φτάνει. Δεν εξηγείται η ανάμνηση.Νιώθαμε όμορφα τα ήσυχα φεγγαρόφωτα βράδια κάτω από τις αρμυρίθρες, δίπλα στη θάλασσα στο «Αύρα» και στο «Ακταίον». Πολλές φορές τραγουδούσαμε, άλλες πάλι κουβεντιάζαμε, απαγγέλαμε στίχους, πάντα έτοιμη τη «Λίμνη» του Λαμαρτίνου ο πρεσβύτης συνάδελφος Νίκος Χατζηβασιλείου. Άλλοτε πάλι μας έπαιζε με το ακορντεόν ωραία μουσικά κομμάτια η καθηγήτρια της ωδικής Τζένη Δεϊμέζη. Και τι θαύμα!αν τύχαινε να περνάει δίπλα μας το πυραφάνι… Τότε εγγίζεις κάτι μεταφυσικό… και το πάφλασμα του κουπιού σιγόνταρεαπαλά… Είμαστε στη θάλασσα, πόσο άρχιζα να την αγαπώ. Κι ακόμα πιο πολύ όταν παίρναμε βάρκα κι ανοιγόμαστε κωπηλατούντες. Ήταν πανέμορφη αίσθηση. Άφηνα το χέρι μου στο νερό να το διασχίζει, να το θωπεύει σαν ευγνωμοσύνη… σαν κουπί. Ο πολιός Γέρων, ο πρόγονος αφέντης της θάλασσας ήταν εκεί, μαζί μας. Μας ευλογούσε και η όμορφη Θέτις…ΤΑ ΒΑΡΒΑΡΑΈνα έδεσμα – γλύκισμα – που παρασκευάζεται στην Κω, είναι τα βάρβαρα. Το όνομα παό το όνομα της Αγίας Βαρβάρας. Προς τιμήν της παρασκευάζεται και τρώγεται μετά περισσής ορέξεως. Ποιος δοκίμασε και δεν ζήτησε και δεύτερο πιάτo;Όσο για μένα, η πρώτη μου γνωριμία με τα Βάρβαρα, ήταν μια εικόνα απείρου κάλλους που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Είχε κάτι το ζεστό, το οικείο και το πολύ συντροφικό, Καθώς μπήκα στην κουζίνα της σπιτονοικοκυράς μου κ. Μαριγώς Χατζηαμάλλου – Καραναστάση, για το συνηθισμένο πρωινό καφεδάκι μου, βρέθηκα μπροστά στην καταπληκτική αυτή εικόνα που θα μπορούσε να γίνει ένα από τα ωραιότερα θέματα μεγάλου ζωγράφου, αν την αντίκρυζε.Τρεις ηλικιωμένες γυναίκες ( η μία περασμένα τα ενενήντα) κόρη, μάνα και πεθερά σκυμμένες πάνω σ’ ένα κοινό βαθύ πήλινο πιάτο με κουτάλια, έτρωγαν με συγκέντρωση και ευχαρίστηση κατανυκτικής σιωπής κάτι – φαίνεται- πολύ νόστιμο. Έδινε την εντύπωση σούπας. Καλημέρα, τι τρώτε: «ορίστε» η απάντηση κι από τα τρία στόματα των τριών ηλικιωμένων γυναικών «ορίστε πιάσε» (φράση κώτικη, αβρή) Βάρβαρα. Και φυσικά μου δώσαν κουτάλι και… έπιασα. Τι ήταν όμως εκείνο; Τι νοστιμιά αμβροσίας;Βάρβαρα λοιπόν. Θα μάθω να φτιάχνω είπα. Χρησιμοποιείς σχεδόν πολλά είδη δημητριακών με βάση το σιτάρι, προσθέτεις φασόλια παντός είδους, ροβίθια και λοιπά. Τα βράζεις ώρες πολλές. Και στο τελείωμα προσθέτεις ταχίνι (με προσοχή σαν το αυγολέμονο), ρόδια, σταφίδες, αμύγδαλα, καρύδια, πετιμέζι, ανθόνερο (ροδόσταμο). Φτιάχνεις έτσι ένα παχύρρευστο νοστιμότατο έδεσμα. Είναι ή δεν είναι αμβροσία;

  • 05 Ιανουαρίου 2021
  • 0 Σχόλια

  • ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΊΑ

Από το αρχείο του Η. ΚαραναστάσηΣτο κέντρο του νησιού και σε απόσταση μιας ώρας περίπου μεταξύ τους βρίσκονται τα χωριά Αντιμάχεια και Καρδάμαινα. Τα δύο αυτά χωριά αποτελούσαν παλαιότερα έναν δήμο. Η επανάσταση του 1821 βρήκε τον πληθυσμό τους συγκεντρωμένο, όπως μας έλεγαν οι παππούδες μας, μέσα στο Κάστρο της Αντιμάχειας, ένα μεγάλο βενετσιάνικο φρούριο, που δεσπόζει, σ’ όλο το κεντρικό οροπέδιο του νησιού. Εκεί είχαν καταφύγει για να αποφύγουν τις φοβερές επιδρομές των Αλγερίνων και Σαρακηνών κουρσάρων, που μάστιζαν το Αιγαίο στα χρόνια της πειρατείας.Γύρω στα 1850 βγήκαν από τον περιορισμένο τόπο του φρουρίου για να εγκατασταθούν σε ελεύθερο χώρο. Μοιράστηκαν σε δύο ομάδες: Η μια εγκαταστάθηκε ΒΔ του κάστρου σ’ ένα ανοιχτό, απλόχωρο οροπέδιο (200 μ. περίπου υψόμετρο) και η άλλη κατηφόρισε ΝΔ, του Κάστρου και εγκαταστάθηκε σε μια κοιλάδα κατάφυτη με αμπέλια, ελιές και άλλα καρποφόρα δέντρα, που την διαρρέει ένας ξεροπόταμος, ο Μίας, και απέχει 20 λεπτά δρόμο από την παραλία. Σήμερα φέρει το όνομα Παλιά Καρδάμενα. Στην όμορφη αυτή κοιλάδα δε μπόρεσαν να μείνουν περισσότερο από πενήντα χρόνια, γιατί όπως βάλτωνε το μέρος μάστιζε τον πληθυσμό η ελονοσία και δεν άφηνε το χωριό να αναπτυχθεί. Οι κάτοικοι πίστευαν πως το μέρος εκείνο ήταν στοιχειωμένο και γι αυτό το λόγο οι οικογένειες παράμεναν πάντα στον αριθμό τριάντα εννιά. Μόλις έφταναν στις σαράντα, έπρεπε κάποια απ’ αυτές  να ξεκληριστεί. Έφυγαν λοιπόν περί τα τέλη του περασμένου και τις αρχές του σημερινού αιώνα κι εγκαταστάθηκαν στο απέναντι ακριβώς από την κοιλάδα τμήμα της παραλίας προς τα νότια, όπου το σημερινό χωριό Καρδάμενα.Πολλές οικογένειες του ενός χωριού συγγενεύουν με οικογένειες του άλλου, φέρουν το ίδιο επώνυμο και αποτελούν παρακλάδια της αρχικής οικογένειας που ζούσε εδώ και εκατόν πενήντα χρόνια μέσα στο Κάστρο.Συνοικέσια ανάμεσα σα δυο χωριά εξακολουθούν να γίνονται και σήμερα που τα χωριά αυτά έχουν μεγαλώσει. Η επαφή μεταξύ των κατοίκων είναι συχνή. Πολλοί γεωργοί από το ένα χωριό έχουν και καλλιεργούν κτήματα στην περιφέρεια του άλλου. Τις χρονιάρες μέρες ανταλλάσσουν επισκέψεις και γενικά βρίσκονται σε συνεχή επικοινωνία.Έτσι τα χωριά αυτά σαν δυο κύτταρα από τον ίδιο πυρήνα, παρουσιάζουν σήμερα μεγάλες ομοιότητες. Μιλούν το ίδιο γλωσσικό ιδίωμα, έχουν τα ίδια έθιμα, τις ίδιες παραδόσεις και γενικά την ίδια ψυχοσύνθεση. Στις εκδηλώσεις της ζωής τους, δεν παραλλάσσουν καθόλου και όπως ήσαν κατά τα 90% γεωργοί, οι κάτοικοι και των δύο χωριών, παρουσιάζουν την ίδια συντηρητικότητα ως προς τη διατήρηση των παραδόσεων και των εθίμων τους.Έτσι και στο γάμο, που είναι το πιο μεγάλο και το πιο σημαντικό γεγονός στην κοινωνική τους ζωή, τα έθιμα είναι ίδια και απαράλλαχτα, όπως θα δούμε.

  • 29 Οκτωβρίου 2020
  • 0 Σχόλια

  • ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΊΑ

Επιστήμονες από την ΑντιμάχειαΑβρίθης Αντων. Παναγ., ΔικηγόροςΑλαβέρας Γέωργιος, ΙατρόςΆμμαλος Γεώργιος Ιωαν., Ιατρος – ΑκτινολόγοςΆμαλλος Τάσος Γεωργ., Πολ. ΜηχανικόςΑμάλλου Μαρία Γεωργ., ΔικηγόροςΑμάλλου Αργυρώ Γεωρ, Ανωτ. ΕμπορικήΆμαλλος Ελπιδοφόρος Ιωαν. Πολ. Οικ. ΕπιστήμεςΓιαλλίζης Γιάγκος Ζαχ, ΠάντειοςΓκίκας Αντων. Εμμ., Πολ. Οικ. ΕπιστήμεςΓκίκας Ιωαν. Εμμ. ΔικηγόροςΓκίκας Μάνος Ιωαν., Διπλωμάτης Υπ. ΕξωτερικώνΓκίκας Μιχ. Ιωαν., Διπλωμάτης Υπ. ΕξωτερικώνΓερασκλή Θάλεια Ιωαν. Φιλόλογος ΛυκειάρχηςΖαχαρίου Νικ. Ζαχ. ΙατρόςΖαχαρίου Παν. Ζαχ. Πολ. ΜηχανικόςΘεοφιλίδης Ιωαν. ΔικηγόροςΚαλούδης Φιλ. Ανωτάτη ΕμπορικήΚοντίτσης Φιλ. ΔασολόγοςΜυλωνάς Δημ. Νικ. Πολ. ΜηχανικόςΜυλωνάς Νικ. Γεωρ, Πολ. ΜηχανικόςΚουτρούλης Δημ., ΠάντειοςΚαματερός Γεωρ. Ιωαν Πολ. ΜηχανικόςΜαύρος Ζαχαρίας, ΙατρόςΝικολαϊδης Αθανάσιος, ΙατρόςΝικολαϊδης Αντων Κλεαν., ΔικηγόροςΝικολαϊδης Νικ. Προκ., ιατρόςΝικολαϊδης Νάσος Νικ., ΙατρόςΝικολαϊδης Κλεάνθης Αντ, Θεωρητικός – ΧημικόςΟικονόμου Ευριπ. Αντ. Ανωτ. ΕμπορικήΠαπαλεξίου Ιωβ, ΙατρόςΠαπαντωνίου Ελπιδοφόρος Αντ. ΙατρόςΠαπαντωνίου Νικ. Ελπ., ΙατρόςΠαππούλης Κων. Ιατρός – χειρουργόςΠαππούλης Στερ., ΙατρόςΠινίκος Γεωρ. Νικ., Ανωτ. ΕμπορικήΠαπαθωμά Αικ., ΦιλόλογοςΣόκιαλη Αικατ. , ΘεολόγοςΣχουλλής Βας. Ιωαν, ΔικηγόροςΣωμός, Μιχ. ΜαθηματικόςΣωμού Μαρία, ΦιλόλογοςΤσακιρης Κων., Φυσικός – ΗλεκτρονικόςΦάκκος Μιλτ. Ιωαν. Πολ. ΜηχανικόςΦάκκος Μιλτ. Ιακ., ΟδοντίατροςΦακκου Σταματία Βας., Αγγ. ΦιλολογίαΧατζηθέμελης Αναστ. Γεωρ., ΦιλόλογοςΕπιστήμονες από την ΚαρδάμαιναΒαληνάκης Δημοσθ. Εμμ. , ΔικηγόροςΓερασκλής Ιωαν. Αντ. ΠάντειοςΓιαννά Άννα Κων., ΟδοντίατροςΔιακομανώλης Αντων. Κων., Δικηγόρος- ΣυμβολαιογράφοςΔιακομανώλη Ευτυχία Αντ. ΔικηγόροςΔιακομανώλη ελένη Αντ., Δικ. Πρωτοδ. Διοικ. Δικας.Μιακομανώλης Μιχ. Ιωαν., ιατρόςΔιακομανώλης Νικ. Ιωάν., ΙατρόςΔιαμαντή Ειρήνη Κων., Ανωτ. ΒιομηχανικήΖαχαρίου Νικ. Ζαχ., ΙατρόςΖαχαρίου Παναγ., Ζαχ., Πολ. ΜηχανικόςΙερομνήμων Γεωρ. Ιωαν., Ιατρός – χειρουργόςΙερομνήμονος ευγενία Ιωαν., ΦιλόλογοςΚαλούδης Δαβίδ, ΠάντειοςΚαραναστάσης Ηρακλής Μάρκου, φιλόλογος, επίτιμος γυμνασιάρχηςΚαραναστάσης Αναστ. Μάρκου, Φιλόλογος, επίτιμος συντάκτης του Ιστορικού Λεξικού της ΑκαδημίαςΚαραναστάσης Μάρκος Γεωρ., Πάντειος Δ/ντης Υπ. Εσ.Καραναστάσης Μάρκος Ηρακλ., Μαθηματικός, Master of education Maryland Univ, HΠΑΚατσίλη Αικατ. Μιχ., ΦιλόλογοςΚατσίλη Σούλα Μιχ., ΠάντειοςΚατσίλης Ιωαν. Μιχ., ΦιλόλογοςΚατσίλης Μιχ. Νικ. Πλοίαρχος Ε.Ν.Κατσίλης Μιχ. Γεωργ., ΓεωπόνοςΚουρζής Γεωρ., Σταμ. ΔικηγόροςΚουτσουράδης Αχιλλ. Γεωρ., ΔικηγόροςΚουτσουράδης Γεωρ. Κων., ΔικηγόροςΚουτσουράδης Κων. Γεωρ., ΟδοντίατροςΚουτσουράδης Τίμος Γεωρ., ιατρόςΚυρίτσης Χρήστος Ιωαν., Ηλεκτρολόγος – ΜηχανολόγοςΝικολάου Κυριάκος Φιλ., ΠαντειοςΝικολέντρης Αντ. Νικ. ΔικηγόροςΠαναγιώτου Γεωρ. Αντ. ΦιλόλογοςΠαναγιώτου Ιωαν. Νικ., ΙατρόςΠανταρώτας Δημ. Νικ., ΔικηγόροςΠαπαηλίας Κων. Ηλία, ΔικηγόροςΠαπαηλία Ευγενία Ηλία, ΔικηγόροςΠαπαηλία Καλλιόπη Ηλία, ΔικηγόροςΠαπαηλίας Πασχάλης, ΦιλόλογοςΠαπαηλίας Κων. Μιχ., Πολ. ΜηχανικόςΠαπαηλίας Γεωρ. Μιχ. ΟδοντίατροςΠαπαηλία Μαρία Μιχ., ΑρχιτέκτωνΠαπακωνσταντίνου Αντ. Ιωαν. ΠάντειοςΠαπακωνσταντίνου Κων. Δημ., Οικονομολόγος Παν/μίου ΗΠΑΠαπακωνσταντίνου Μαρία Ιωαν. ΠάντειοςΠαπανικολάου Νικ. Φιλ., ΦιλόλογοςΠαπανικολάου Ξένη Γεωρ., ΓεωπόνοςΠαπανικολάου Φιλιπ. Γεωρ., ΓεωπόνοςΠετρίδης Γεωργ. Ιωαν. Ανωτ. ΕμπορικήΡούσσου Μαρία Εμμ., ΦιλόλογοςΣακέλλης Νικ. Παναγ. Ανωτ. ΕμπορικήΣημαντηράκης Αντω. Αναστ., Ηλεκτρ – ΜηχανολόγοςΣημαντηράκης Ιωαν. Αναστ., ΦιλόλογοςΣκανδαλίδης Μιχ. Γεωργ., Χημικός-ΜηχανολόγοςΣκανδαλίδου Μαρία Γεωργ., ΦιλόλογοςΣκανδαλίδου Αργυρώ Γεωρ., ΦυσιογνώστριαΤάλλαρος Παναφ. Ιωαν., Ανωτ. ΒιομηχανικήΧατζηαντωνίου Δημητρ. Κων., ΔικηγόροςΧατζηαντωνίου Κων. Γεωρ. Πολ. ΜηχανικόςΧατζηαντωνίου Κων. Δημ., ΔικηγόροςΧατζηαντωνίου Μαρία Δημητρ., ΟδοντίατροςΧατζηνικολάου Θεοδόσιος Νικ., Ανωτ. ΕμπορικήΧατζημπαλής Ηλίας Κων., ΠάντειοςΧατζηνικολάου Ηλίας Νικ., ΙατρόςΧατζηνικολάου Θεοδόσιος Νικ., Ανωτ. ΕμπορικήΧατζηνικολάου Στέργιος Νικ., ΔικηγόροςΧατζηνικολάου Καλλιόπη Εμμ., ΦιλόλογοςΧατζηνικολάου Καλλιόπη Μιχ., ΙατρόςΧατζηπαναγιώτης Δημήτρ. Γεωρ., Σχολή ΙκάρωνΧατζηπαναγιώτης Δημοσθ. Γεωργ., ΙατρόςΧατζηπαναγιώτης Ιωαν. Παναγ., ΧημικόςΧατζηστεφάνου Αννα Μηνά, ΦιλόλογοςΧαρίτος Αναστ. Δημοσθ., ΙατρόςΣυνεχίζεται

  • 23 Σεπτεμβρίου 2020
  • 0 Σχόλια

  • ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΊΑ

Όπως το περιέγραψε ο Ηρακλής Καραναστάσης το 1980Ο Αη Γιάννης ο Περιγιαλίτης έχει τη φτωχική του εκκλησούλα 3-4 χλ, βορειοδυτικά της Αντιμάχειας και ενάμιση ως δύο χιλιόμετρα στα δυτικά του μικρού και νέου χωριού του Μαστιχαριού. Είναι χτισμένη στο φρείδι ενός απόκρημνου υψώματος, που κάτωθε του σπάνε τα κύματα που φέρνει ο φρέσκος μαϊστρος και η δραμουντάνα, απέναντι ακριβώς από την Κάλυμνο. Επειδή γειτνιάζει τόσο πολύ ε τη θάλασσα, πηρε και το όνομα «Περιλιαλίτης».Λίγο πιο πέρα από την εκκλησούλα, προς την κατεύθυνση του χωριού, βρίσκεται και η περιώνυμη βυζαντινή Βασιλική με τα θαυμαστά ψηφιδωτά της, που αποκάλυψε ο σοφός αρχαιολόγος – αρχιτέκτων και Ακαδημαϊκός Αναστ. Ορλάνδος το 1947.Σ’ αυτό το απέριττο εκκλησάκι γίνεται στις 29 του Αυγούστου ένα από τα ωραιότερα και ευθυμότερα πανηγύρια. Την παραμονή το απόγευμα αρχίζουν να καταφθάνουν με όλα τα με΄σα συγκοινωνίας, αυτοκίνητα, μοτοσυκλέτες, ποδήλατα και γαϊδουράκια όλοι σχεδόν οι Αντιμαχείτες και των τριών ενοριών του Χωριού. Στον περίβολό του έχουν χτίσει μερικά κελλιά – αποθήκες, που τα χρησιμοποιούν μόνο τις δύο μέρες του πανηγυριού. Εκεί φυλάνε τα σκεύη της μαγειρικής, τραπέζια, καρέκλες και μπάγκους. Από νωρίς οι επίτροποι της εκκλησίας των Αγίων Αποστόλων, όπου ανήκει το μοναστήρι, κατεβαίνουν με τους μαγείρους και τις γυναίκες – βοηθούς που θα ετοιμάσουν τα τραπέζια, βάζοντας το καθένα στη θέση του με τις καρέκλες του, τα πιάτα και τα μαχεροπήρουνα. Καθαρίζουν τις πατάτες, τα κρεμμύδια και ότι άλλο χρειάζεται για να ετοιμαστούν τα διάφορα φαγητά και οι μεζέδες, ώστε μετά που θα τελειώσει ο εσπερινός, να αρχίσει το γλέντι και το φαγοπότι.Ο Βασίλης ο Χατζηδημήτρης με το βιολί του, ο Κουνούπης ο λαουτιέρης, ο Καντούνιας, πατέρας και γιος με τη λύρα και το λαούτο τους ήτανε στα πρώτα χρόνια μετά την απελευθέρωση, οι οργανοπαίχτες του χωριού. Ήσαν βέβαια και άλλοι, κάπως πιο παρακατιανοί, όπως ο Φιλιππής ο Χατζηστεφανής και ο Βαϊθης ο Ναίσκες με τα βιολιά τους, όμως με τους πρώτους προπαντός άναβε και κόρωνε το κέφι. Σήμερα βέβαια, όλοι αυτοί δεν ζούνε και απομεινε μονάχα ένας οργανοπαίχτης, ο Γιάννης ο Χατζηδημήτρης, γιος του Βασίλη. Θα ριψοκινδυνέψω να δώσω εδώ μίαν ερμηνείαν ενός σημερινού φαινομένου για τους αγαπητούς μου Αντιμαχείτες. Φαίνεται ότι οι σημερινοί κάτοικοι του ωραίου χωριού, επειδή άλλοτε υπήρχαν ανάμεσά τους τόσοι πολλοί οργανοπαίχτες που ξεσήκωναν με την πρώτη τους δοξαριά τους προγόνους των και το έριχναν στο πιοτό, στο γλέντι και στο χορό και οι παπάδες τους ακόμη – είναι άλλωστε ονομαστοί γλεντζέδες σ’ όλο το νησί-θεώρησαν τούτο σαν μέγα αμάρτημα των παππούδων και των πατεράδων τους και βάλθηκαν να τους εξιλεώσουν, με το να γίνονται αυτοί αράδα παπάδες, κατευνάζοντας έτσι την… οργή του γέρο Σαββαώθ. Αλλιώς δεν εξηγείται το παπαδομάνι της Αντιμάχειας σήμερα…Και συνεχίζομε τα του πανηγυριού. Όταν έρθει η ώρα του εσπερινού, όπου συνήθως καλούν και το Δεσπότη, για να προσδώσουν περισσότερη μεγαλοπρέπεια και επισημότητα στο πανηγύρι τους, χτυπάει μία πρόχειρη καμπάνα και μπαίνουν, όσοι χωρέσουν, στην μικρή εκκλησία. Οι άλλοι παρακολουθούν απ’ έξω. Ψάλλεται η ακολουθία του, ευλογούνται οι άρτοι και μοιράζονται σε μικρά κομμάτια στο εκκλησίασμα μετά το «δι’ ευχών των αγίων Πατέρων»…Ο Δεσπότης φεύγει και οι πανηγυριστές κάθονται παρέες παρέες στα τραπέζια. Παραγγέλουν τα φαγητά και τους μεζέδες, το ούζο, το κρασί και τις μπύρες κι αρχίζουν την διασκέδαση. Τα βιολιά στο μέσο του κύκλου παίζουν διάφορα τραγούδια, ώσπου να πιουν αρκετά τα παλληκάρια, να ρθουν στο τσακίρ κέφι και ν’ανάψουν τα αίματα.Στο μεταξύ επειδή έχει σκοτεινιάσει, ανάβουν τα «πετρομάξ» που τα έχουν κρεμάσει ψηλά στους τοίχους των κελλιών είτε σε ψηλούς στύλους για να φέγγουν κι αρχίζουν το χορό και το τραγούδι. Οι Αντιμαχείτες, ώριμοι άνδρες και παλληκάρια, γνωστοί γλεντζέδες και χορευτές, ρίχνονται στο στρόβιλο του σιανού ή της Κρητικιάς σούστας και παραβγαίνουν ο ένας μετά τον άλλο στα τσαλίμια του χορού.Το γκέντι κρατάει σχεδόν όλη τη νύχτα με κέφι αμείωτο, που το φουντώνουν πιο πολύ οι νεαρές κοπέλλες, «αρμαστές» των νεαρών και τους δημιουργούν κλίμα ερωτικής μέθης και παραζάλης…Πρωί-πρωί την επομένη κατεβαίνουν και πάλι οι παπάδες και από τις τρεις ενορίες του χωριού και γίνεται «συλλείτουργο». Καταφτάνουν και οι ηλικιωμένοι, άντρες και γυναίκες με τα παιδιά και εγγόνια τους, που είχαν φύγει ενωρίς αποσπέρας. Κάποτε έρχονται και αρκετοί Καλύμνιοι, όταν βοηθάει ο καιρός και παρακολουθούν όλοι με ευλάβεια την ιερή ακολουθία της λειτουργίας και μόλις τελειώσει, ξεκινούν όλοι μαζί με τα πόδια οι περισσότεροι για το Μαστιχάρι.Εκεί τα παραλιακά κέντρα και καφενεία, έτοιμα καθόλα, τους περιμένουν με τους πικάντικους μεζέδες, τα φρέσκα ψάρια, τα χταπόδια, ψημένα στη θράκα, γαργαλιστή πρόκληση για ούζο και κρασί. Αρχίζουν τρικούβερτο γλέντι με χορούς και τραγούδια που συνεχίζεται όλη μέρα, ως αργά τη νύχτα. Το πανηγύρι αυτό του Αη Γιάννη του Περιγιαλίτη, παρόλο που καθιερώθηκε κι επιβλήθηκε μεταπολεμικά, ωστόσο έχει ξεπεράσει κι εκείνο του Αη Γιάννη της Κεφάλου, σε κέφι, διασκέδαση και κοσμοσυρροή. Δυστυχώς το πανηγύρι του Κεφαλιανού Αη γιάννη άρχισε να χάνει σε αίγλη και προβολή, έπειτα από τον άδικο θάνατο του καλόγερου Χαράλαμπου, που ήταν η ψυχή αι ο μοχλός της όλης κινήσεως και διοργανώσεως του.

  • 18 Σεπτεμβρίου 2020
  • 0 Σχόλια

ΕΞΟΔΟΣ