Ραδιόφωνο Live Επικοινωνία Χρήσιμα τηλέφωνα
Follow us
  • ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΊΑ

Ο ποταμός του Ασκληπιού κάποτε πλημμύριζε και κατέβαζε ασπρόπετρες και άσπριζε τα χωράφια σε όλο το Πελεζίκι. Οι Κονιαριώτης Τούρκοι από το Κονιαριό, άρχισαν από το 1940 και φεύγαν από το Κονιαριό και κατεβαίναν κάτω. Μέχρι το 1960 δεν έμεινε κανένας εκεί πάνω. Κατεβήκανε κάτω και κατοικήσανε εκεί στο Πελεζίκι. Εκεί ξεχαλικώνανε τα χωράφια τους και χτίζαν τα σπίτια τους, ασπρόπετρες και με πυλάσβεστο ασβέστη και πορσελάνη. Όμως εκείνες οι ασπρόπετρες ξερνούσανε ένα χνούδι άσπρο, σαν πούδρα, ακόμα και κει που ήταν χτισμένες. Ήταν οι πιο ακατάλληλες πέτρες για να χτίσει κανείς ένα κτίριο. Όπως ήταν λοιπόν χτισμένες, ξερνούσανε την πούδρα και έμενε το κτίριο ξεχοτρόχαλο. Οι Τούρκοι όμως το πήραν αυτό χαμπάρι και τα αδειάσανε σιγά σιγά τα σπίτια και φύγαν από κει και όταν καταρρεύσανε, ήταν ακατοίκητα. Και αυτά τα κτίσματα που κτίζουν οι Αλβανοί σημερα με ασπρόπετρες, και αυτά αυτό πάθανε, γιατί συνηθίζουν να χτίζουν με ασπρόπετρες και είναι όλα χαραμουντάρια, ξεκολλημένες οι πέτρες πάνω από το πυλάσβεστο. Σήμερα γενικά τα πυλάσβεστα σπίτια στο Πελεζίκι, με τον τελευταίο σεισμό, χαλάσαν όλα. σήμερα γενικά τα πυλάσβεστα κτίσματα, τα προσβάλλει η κλιματική αλλαγή. Βλέπουμε και αυτά τα πυλάσβεστα κτίσματα που είναι στην Ιπποκράτους που έχουν ζωή πάνω από 150 χρόνια ζωής και έχουν ζήσει τόσους σεισμούς και δεν έχουν πέσει. Και τώρα που η κλιματική αλλαγή τα πύρωσε και κόπρισε το πυλάσβεστο, καταρρεύσανε με τον τελευταίο σεισμό, αφού είχανε πάθει την αποσύνθεση από την κλιματική αλλαγή.

Ο τελευταίος σεισμός μας δίδαξε ακόμα ότι τα σύγχρονα κτίριά μας είναι πολύ βαριά πάνω σε ένα σεισμογενές νησί. Πήρα βόλτα όλα τα κτίρια που η επιτροπή τα είχε κρίνει ακατοίκητα (κόκκινα) και είδα ότι την πιο μεγάλη ζημιά την πάθαν τα ισόγεια, που σηκώνουν από πάνω άλλους 3 ορόφους. Όλοι οι τοίχοι των ισογείων είχανε κομματιαστεί από τα βαρύ φορτίο που σηκώνουνε, τα τριώροφα κτίρια συν το υπόγειο, τετραώροφα.

Κάποτε έφτασαν στην Κω κάποιοι γυρολόγοι και πουλούσανε ορόφους στους παραλήδες. Όσοι είχαν λοιπόν φράγκα αγοράσανε ορόφους, όπως ήταν το ξενοδοχείο Ξενία, το σημερινό «Νερό». Άλλη μια άδεια πήρε ο Κυριάκος ο Μπακάλογλου, άλλη μια το ξενοδοχείο Κως και μερικοί άλλοι. Πάνω στα βεβαρυμένα κτίρια προσθέσαν ακόμα έναν όροφο, για να φανταστείτε τι βάρος έχουν τα κτίριά μας. η Κως έχει υποστεί πολλούς σεισμούς, πολλές ζημιές και μυαλό δεν βάλαμε. Τώρα τελευταία φαίνεται να βάλαμε. Του Αφεντούλη η κόρη η Σόνια, πήγε να βγάλει άδεια οικοδομής για να πάρει όροφο πάνω στο διώροφό της. Και εκεί την κόψανε για να της δώσουν άδεια την υποχρεώσαν να το κάνει σιδηροκατασκευή. Οι σιδηροκατασκευές θα είναι οι κατασκευές του μέλλοντος. Είναι 100 φορές πιο ελαφριά από την τσιμεντοκατασκευή και 50% οικονομικότερη και 100% μακροβιότερη. Δουλεύαμε μαζί με τον Κωνσταντή τον Μαμμουζέλο ποσπερίζαμε μαζί και μου έλεγε για τα μπινιαλίδικα κτίρια που χτίζαν οι Βυζαντινοί τις εκκλησίες του και οι Μουσουλμάνοι τα τζαμιά τους. Τα κτίζανε ως εξής: ανοίγαν λάκκο στην πορσελάνα και σβήναν εκεί μέσα τον ασβέστη και όταν μαλάσαν το πυλάσβεστο, η λάσπη έκαιγε και έπρεπε να δουλευτεί ζεστή ζεστή πριν κρυώσει, αυτός ήταν ο μπινιάς. Έτσι χτιζόταν τα μπινιαλίδικα κτίσματα. Και εδώ στην Κω έτσι τα κτίζανε και όταν κτιζότανε τα αφήνανε πέντε χρόνια αστέγαστα για να φάει το κτίριο πέντε χειμώνες βροχή, να στανιάρουνε. Και όταν οι μπινιάδες βρέχονταν χόχλαζε ο τοίχος που νόμιζες ότι έσβηνες ασβέστη. Αλλά από αντοχή ξεπερνούσαν το μπετόν. Μπινιαλίδικα κτίσματα στην Κω εκτός από τα τζαμιά, ήταν τα Χαμάμ, τα αρχαία μνημεία, τα κάστρα, προπαντώς εκείνα που ήταν θεμελιωμένα μες στη θάλασσα. Κάποτε πριν 40 χρόνια με βαλε ο Γιώργης ο Παππούλης να χαλάσω έναν μπινιαλίδικο τοίχο μες στο τζαμί της Λότζιας, που το χε νοικιασμένο. Μαρτύρησα να το χαλάσω με το κομπρεσέρ. Μια πέτρα γερή δεν έβγαλα, όλες τις έβγαλα κομματιασμένες που δεν ξεκολλούσαν πάνω από τους μπινιάδες. Αν ήτανε από μπετόν, θα το χαλούσα πολύ πιο εύκολα. Επίσης το τζαμί της Αγοράς είναι μπινιαλίδικο κτίσμα. Υπέστη μεγάλες ζημιές από την πελέκα που του χαν ρίξει οι ένοικοι των μαγαζιών. Πήραν χαμπάρι ότι οι τοίχοι είχαν 60 πόντους φάρδος και τους πελεκούσανε να τους κάνουν πιο στενούς για να κερδίσουν χώρο μες στα μαγαζιά τους. Και η Αγιά Σοφιά και ο τρούλος της είναι φτιαγμένα μπινιαλίδικα γι΄αυτό στέκονται ακόμα όρθια και μετρά αιώνες. Οι Ιταλοί στην Κω μπορεί να κάναν κτίρια από μπετόν αλλά μπινιαλίδικα δεν κάνανε. Ωραία τα κτίρια των Ιταλών αλλά δεν έχουν την αντοχή του μπινιά. Η Αγιά Σοφιά στέκεται πάνω από 1000 χρόνια σήμερα ενώ η ζωή του μπετόν δεν ξεπερνά τα 200 χρόνια το πολύ πολύ. Ο Άγιος Νικόλαος της Κω αν ήτανε μπινιαλίδικος θα μετρούσε και κείνος χιλιετηρίδες όπως μετρά η Αγιά Σοφιά. Οι Ιταλοί τα πυλάσβεστα κτίρια προτιμούσαν σπαστή πέτρα της κάβας, που μαγκώνουν καλύτερα παό τις στρογγυλές του ποταμού. Το κάστρο της Κω είναι μπινιαλίδικο και είναι θεμελιωμένο μες στο νερό και μετρά μέχρι σήμερα 14 αιώνες. Το 1947 ο Γενικός Διοικητής Δωδ/σου Γεώργιος Κουρούκλης, άνθρωπος διορατικός είδε τα κτίρια της Κω ότι ήταν υπέρβαρα και μια που ήταν εξουσία απεφάσισε να τα ελαφρώσει. Έβαλε τους αδελφούς Κωνσταντή και Θοδωρή τους Τσολάκηδες και χάλασε το καμπαναριό της Ιταλικής εκκλησίας και ένα μικρό στοιχείο στην οροφή του Δικαστικού μεγάρου που είχε 2,5 μέτρα ύψος. Τότε τον επικρίναμε τον Κουρούκλη γιατί να βάλει χέρι να χαλάσει αυτά τα Ιταλικά κτίσματα που ήταν το πρεπάδι της Κω. Σήμερα όσο βλέπουμε ότι τα κτίρια της Κω πουζιάζονται από το πολύ βάρος, του δίνουμε δίκιο και λέμε, μακάρι να αφαιρούσε και από το δικαστικό μέγαρο κανένα όροφο να το ελαφρύνει πιο πολύ να το σώσει για να μην ψαχνόμαστε σήμερα για νέο δικαστικό μέγαρο. Κάνουμε λοιπόν μια σύγκριση και λέμε, το μπινιαλίδικο κάστρο της Κω στέκεται και μετρά σήμερα 14 αιώνες και το δικαστικό μέγαρο που είναι κτισμένο με τη σύγχρονη κατασκευή , με μπετόν και σίδηρο που το θεωρούμε άτρωτο, δεν έζησε παραπάνω από 90 χρόνια αφού οι δικηγόροι ψάχνουνε σήμερα για νέο δικαστικό κτίριο.

Εγώ αυτά τα γράφω από τις εμπειρίες μου και τις δραστηριότητές μου στη οικοδομή σαν ο πιο παλιός εργολάβος της Κω που στέκομαι ακόμα στη ζωή.

  • 28 Απριλίου 2021
  • 0 Σχόλια

  • ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΊΑ

Για τους ανθρώπους εκείνης της εποχής ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν ένα τρομακτικό σφαγείο. Στο διάστημα όμως 1918-1919, ο κόσμος βίωσε την εμπειρία μιας τρομερής ασθένειας που μέσα σε λίγους μήνες εξόντωσε περισσότερα θύματα απ’ ότι ο πόλεμος: την «ισπανική» γρίπη.

Οι μοναδικές πανδημίες που μπορούν να συγκριθούν με αυτή του 1918, είναι οι λοιμοί του Ιουστινιανού που τον 6ο αιώνα κόστισαν τη ζωή, απ’ ότι φαίνεται, εκατό εκατομμυρίων ανθρώπων και ο Μαύρος Θάνατος (πανώλη) του 1347 – 1350 που θέρισε τον ευρωπαϊκό πληθυσμό

Τα θύματα της πανδημίας της γρίπης του 1918 είναι σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, είκοσι εκατομμύρια. Ίσως και παραπάνω, δεδομένου ότι τα υψηλότερα ποσοστά θνησιμότητας καταγράφονται σε πολλές περιοχές της Ασίας και της Αφρικής, για τις οποίες δεν υπάρχουν επίσημα στοιχεία των θανάτων. Οι θάνατοι αυτοί προκλήθηκαν από έναν ιό που παρέμεινε μυστηριώδης, καθώς οι επιστήμονες δεν κατάφεραν να τον απομονώσουν με βεβαιότητα, ενώ σε τέσσερις μόνο μήνες, μόλυνε το μισό πληθυσμό του πλανήτη. 

Ενδεχομένως να πρόκειται για έναν ιό που προήλθε από τα ώα και συνδυάστηκε με κάποιον ανθρώπινο: αυτός ο θανάσιμος συνδυασμός μπορεί να γεννήσει ένα νέο ιό που προσβάλλει τους πνεύμονες των ανθρώπων. Ένα από τα τόσα μυστήρια που τυλίγουν την «ισπανική» γρίπη είναι και αυτό της καταγωγής της. 

Παρά το όνομά της, η νόσος δεν προήλθε από την Ισπανία. Και μάλιστα, πιθανότατα ο ιός να εκδηλώθηκε για πρώτη φορά στο Κάνσας, μέσα σε ένα στρατόπεδο. Εδώ, το Μάρτιο του 1918, νοσηλεύτηκαν 107 ασθενείς με συμπτώματα μιας σοβαρής γρίπης. Σύντομα, ο ιός εξαπλώθηκε στο στρατόπεδο. Οι επιζήσαντες στάλθηκαν στην Ευρώπη, όπου και διέδωσαν την ασθένεια. 

Κατά μυστήριο τρόπο, ο ίός εξαφανίστηκε όπως εμφανίστηκε, χωρίς να αφήσει ίχνη. Πάντως, σύμφωνα με ορισμένους επιστήμονες, δεν αποκλείεται ο ιός να επιβιώνει σιωπηλά σε κάποια περιοχή της γης, διατηρώντας την ικανότητα να ενεργοποιηθεί και να προκαλέσει πάλι επιδημία την κατάλληλη στιγμή. Εδώ και μερικά χρόνια, οι επιστήμονες άρχισαν να μελετούν και πάλι την «ισπανική» γρίπη, όταν ανακάλυψαν στη Νορβηγία τα πτώματα έξι θυμάτων της γρίπης που ήταν θαμμένα σε κάποιο σημείο πάνω από τον Πολικό Κύκλο: το κρύο διατήρησε τον ιό και ίσως τελικά να έφτασε η στιγμή να κατανοήσουμε την μοριακή δομή του.

  • 16 Απριλίου 2021
  • 0 Σχόλια

  • ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΊΑ

Εγώ γεννήθηκα και μεγάλωσα και γέρασα στο Γιαπιλί, δεν ξενιτεύτηκα, ούτε έκανα πολλά ταξίδια στην ζωή μου. Και αυτοί που ξενιτευτήκανε από το Γιαπιλί δεν κάνανε καλύτερη κατούνα από μένα. Το 1970 αγόρασα ένα μεγάλο χωράφι στο Γιαπιλί. Είναι λίγο πλαγιαστό. Έχτισα μέσα αρκετά σπίτια, έχτισα και ένα δικό μου μικρό για τα γεράματά μου στο πιο ψηλό μέρος του χωραφιού και μένουμε εκεί με την γυναίκα μου. Το δωμάτιό μου είναι ψηλά και έχω πόρτα και βγαίνω και καθίζω στη βεράντα αυγή αυγή και κάνω ένα τσιγάρο και απολαμβάνω τους πετεινούς που κράσουνε και ξημερώνει η μέρα και βλέπω τα παλιά σπίτια, το πιο πολλά είναι ρημάδια, όμως εγώ τα φτασα κατοικημένα και θυμάμαι όλους τους παλιούς κατοίκους του Γιαπιλιού που τα κατοικούσανε. Τώρα που τα βλέπω ρημαγμένα και ακατοίκητα, λέγω που πήγαν αυτοί οι παλιοί ανθρώποι και αναστενάζω. Οι πιο πολλοί ήταν γεωργοί και τώρα όπως κάθομαι στη βεράντα μου την αυγή, βλεπω κατά ήλιου βασίλεμα ήταν οι Μανιάδες, οι Βραχνάδες, παλιοί γεωργοί της Κω κατά ήλιου βγάλμα και κατά την νοτιά κατοικούσανε οι Σβουρένηδες, οι Πεταλάδες, οι Παζάκηδες, οι Χόνδρηδες, ο Βσίλης ο Προκόπης, οι Πασπαράδες, οι Κωστόγληδες, οι Καρακιόζηδες και οι Τσουκαλάδες, οι πιο κοντινοί μου γείτονες ήτανε οι Τσουκαλάδες. Εκεί που μένω τώρα ένας γαδουρόδρομος, μας χωρίζει 2 μέτρα φάρδος, ίσα ίσα που περνά ένας γάδαρος φορτωμένος κλαδιά, αν συναντιόνταν με άλλο γάδαρο, ό ένας έπρεπε να στρέψει πίσω γιατί δεν χωρούσανε.Σήμερα θα κάνω λόγο για τους Τσουκαλάδες του Γιαπιλιού. Γύρω από το 1880, ήρθε από τη Ρωσία ένας Καλύμνιος, Θέμελη Μαμουζελο τον λέγανε, τσουκαλάς στο επάγγελμα, καλός τεχνίτης και καλός άνθρωπος. Εγώ δεν τον έφτασα αλλά η μάνα μου, μου έλεγε ότι όταν μαλώναν μεταξύ τους οι γεωργοί στο Γιαπιλί και είχαν διαφορές, πήαινε ο ίδιος έλυνε τις διαφορές τους και τους συμφιλίωνε. Στο Γιαπιλί παντρεύτηκε την Ρηνιώ, αδελφή του Γιώργη του Σβουρένου. Τον αναγνωρίζαν όλοι ότι ήταν ο πιο ανδρειωμένος και τον σέβονταν όλοι. Ο Γιώργης ο Σβουρένος έδωσε στην αδερφή του ένα χωράφι προίκα, αυτό που είναι το πιο κοντινό μου και το έκανε εργαστήρι και καμίνι και έκανε τα πήλινά του. έκανε λαϊνια, τσουκάλια, τσανάκες, πιάτα, λεκάνες που ψήναν το αρνί της Λαμπρής, πύθους και κουζιά που αποθηκεύαν τις ελιές, τα σύκα και όλες τις κουμπάνιες, έκανε ακόμα φουφούδες για μαγκάλια, φλιτζάνες και σχεδόν όλα τα σκεύη της κουζίνας. Δεν υπήρχαν ακόμα οι τέντζερες και τα αλουμίνια. Τότε πίναμε νερό με τα λαϊνια, το λαϊνι το κρύενε το νερό όσο έπρεπε και ήμασταν υγιής. Τώρα πίνουμε παγωμένο νερό από το ψυγείο και παθαίνουμε όλο κρυολογήματα στο λαιμό.Εμείς δεν το φτάσαμε τον γέρο Θέμελη, φτάσαμε όμως τον γιο του τον Κωνσταντή ο οποίος ήταν και κείνος άριστος τεχνίτης και τσουκαλάς και χτίστης. Ήτανε γείτονάς μας και κουμπάρος μας και συγγενής μας αφού και κεινος ήταν Σβουρένος από την μάνα του. Ήταν ο άνθρωπος που έχτισε τον Αγιο Νεκτάριο. Του γέρου Θέμελη τα Τσουκαλαριά και το καμίνι ήτανε πάνω στο χωράφι της γυναίκας του, στέκονται ακόμα τα παλια σπίτια, έστω και ακατοίκητα που κατοικήσαν οι δυο κόρες του η Αγγελική και η Γραμματική. Εκεί πάνω ήταν και το μεγάλο καμίνι που το δούλεψε ο Κωνσταντής μερικά χρόνια μετά τον πατέρα του. τελευταία φορά που το άναψε ήταν το 1947 και θυμάμαι που πήγαμε όλοι και οι παλιοί γεωργοί και ποσπερίσαμε και ο Κωνσταντής τους έστησε τάβλες και κάτσανε.O πατέρας μου τους έφερε ένα καλάθι βελανίδια και βγάζαν από το καμίνι αθθάλι με καρβουνίδα και τα ψήναν και τρώγανε. Είχανε μια όρεξη και τα τρώγανε, ούτε κάστανα να τα νε.Εδώ όμως ήθελα να πω ότι το 1915 έμαθε ο γέρο Θέμελης ότι στην Γαλλία, που διεξαγόταν ο 1ος Παγκόσμιος πόλεμος, οι Γάλλοι ζητούσανε 2 Τσουκαλάδες να τους κάνουν πηλοσωλήνες για να στεγνώσουν τα νερά από τα χαρακώματα του Βερντέν. Ο Γέρος Θέμελης που έζησε τα πιο πολλά χρόνια του στη ξενιτιά και ήταν γλωσσομαθής πήρε το γιο του τον Κωνσταντή και φύγανε και εκεί οργανώθηκε με Γάλους εργάτες και κάνανε πηλοσωληνες και τα καταφέρανε κα στεγνώσαν τα χαρακώματα. Έτσι κερδίσαν οι Γάλλοι τον πόλεμο και κατατροπώσαν τους Γερμανούς. Όταν όμως τελείωσε ο πόλεμος , όπως μου τα διηγόταν αργότερα ο Κωνσταντής φύγαν με τον πατέρα του και κατεβήκανε στη Μαρσίλια (Μασσαλία) για να ρθουνε στην Κω αλλά εκεί βρήκανε δουλειά και δουλέψαν κανένα χρόνο και μας διηγόταν ο Κωνσταντής την Μαρσίλια που ήτανε μία αφρικανική γύφτιξη πόλη και κατοικούταν από λογοίς λογοίς ανθρώπους, καμηλιέρηδες, ζητιάνους, αγωγιάτες, αραπατζίδες και λογιών λογιών φάτσες και ήκμαζε ο έρωτας του εμπορίου. Εκεί γεμίσανε ψείρες και ζεματίζανε τα ρούχα τους στο καυτό νερό για να ψοφήσουν οι ψείρες. Πήγαν να μπουν στο καράβι και δεν τους δεχόνταν γιατί έπρεπε να εξοντώσουν τις ψείρες. Τελικά ταξιδέψαν το 1919. Το καράβι που τους έφερνε έπιασε Ιταλία και μετά τον ισθμό της Κορίνθου που είχε εγκαινιαστεί εκείνο τον καιρό. Όταν ερχόντανε για την Κω το καράβι έπιασε Σμύρνη που ήταν τότε Ελληνική. Από μέσα από το καράβι βλέπαν την ελληνική σημαία που κυμάτιζε στην προκυμαία της Σμύρνης και κλαίγαν από συγκίνηση. Όταν φτασαν στην Κω με τα λίγα λεφτά που φέρανε αγοράσαν ένα χωράφι στο Γιαπυλί, εκεί κοντά στη Φραζήδενας το Ντεππέ για να βγάζουνε κοκκινόχωμα να συνεχίσουν τα πήλινα. Αργότερα τα παιδιά του Κωνσταντή που ήταν όλοι φίλοι μου, ο Θέμος ο γνωστός ξυλέμπορας της Κω και ο Λευτέρης τα πουλήσανε. Του Λευτέρη το κομμάτι (5 στρέμματα) το αγόρασα εγώ. Ο Βαγγέλης το έχει ακόμα.Μετά το 1950 που ρθε η εξέλιξη έφερε ο Δημοσθένης ο Κρασάς τα αλουμίνια πιάτα και τις ανοξείδωτες κατσαρόλες , ήρθαν και τα ψυγεία με το παγωμένο νερό και κόπηκε η δουλειά των Τσουκαλάδων και ο Κωνσταντής το άφησε το μεγάλο καμίνι και έκανε ένα πιο μικρό κάτω στης γυναίκα τους το χωράφι και το λειτουργούσε μέχρι το 1965. Τότε έκλεισαν οριστικά τα Τσουκαλαριά στο Γιαπιλί.ΕΝΑ ΕΥΘΥΜΟ ΣΧΟΛΙΟΈνας παλιός μου φίλος, ο Ηλίας ο Καλαιζής που έζησε 104 χρονών και πέθανε πριοπέρυσι μου έλεγε σχετικά με τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, που τα άκουγε και κείνος από τους Κώους προύχοντες που καθόταν στα καφενεία και πίνοντας τον καφέ τους εκεί στο καφενείο στην προκυμαία , από μία παρέα με επιφανείς Κώους με πρώτο τον Κώστα τον Πλατανίστα, πρεπιζάμενος προύχοντας της Κω, όπως και ο Κώστας ο Λουκίδης, ο Ευριπίδης ο Ζερβάνος και μερικοί άλλοι τα συζητούσανε μεταξύ σοβαρού και αστείου. Ο Κώστας ο Πλατανίστας αστειευόμενος πάντα έλεγε ότι 3 άνθρωποι από την Κω βοήθησαν τους Γάλλους στο 1ο παγκόσμιο πόλεμο να φτάσει στη νίκη. Πρώτοι ήταν ο Θέμελης Μαμουζέλος και ο γιος του Κωνσταντής που πήγαν στην Γαλλία και καναν τους πηλοσωλήνες και στραγγίξαν τα χαρακώματα του Βερντέν και τρίτος ο γέρο Δημοσθένης Θυμανάκης, πρώτος γιατρός της Κω, που είχε στο Παρίσι τον γιο του τον Αλέξη και σπούδαζε 20 χρόνια γιατρός και ένα χαρτί δεν έφερε του πατέρα του. 20 χρόνια του έστελνε ο πατέρας του το χρήμα με το τσουβάλι (που λέει ο χρόνος). Με αυτό το χρήμα κράτησε η Γαλλία στον πόλεμο. Εκεί πέρασε ο Αλέξης ο Θυμανάκης τα καλύτερα χρόνια της ζωής του. τα τρωγε με τις ωραίες Γαλλίδες. Αυτά μας έλεγε ο παλιός μου φίλος ο Ηλίας Καλαϊζής. Τώρα πια γέρος και γω βγαίνω στη βεράντα μου και ακούω τους πετεινούς που κράζουν για να ξημερώσει η μέρα και βλέπω τα παλιά σπίτια έρημα και ακατοίκητα. Τα σπίτια των Τσουκαλάδων είναι τα πλησιέστερά μου και το καμίνι που το θυμάμαι τον καιρό που λειτουργούσε, δεν υπάρχει και αυτό σήμερα και μες στο λάκκο του καμινιού έχει φυτρώσει ένας τεράστιος ευκάλυπτος.Φέρνω στο νου μου τους παλιούς γεωργούς τους Τσουκαλάδες τις παλιές παραγωγικές χρονιές της Κω, τα χωράφια όλα καλλιεργημένα, όλα τα παράγαμε ακόμα και τα βουνά ήταν σπαρμένα σιτάρια. Τα θυμάμαι όλα και βγάζω βαθύ αναστεναγμό γιατί τότε ήμασταν αυτάρκες όλα τα παράγαμε και τα αμπάρια μας ήταν γεμάτα και βροντούσανε και οι πύθοι μας γεμάτοι και τα σκεύη του σπιτιού μας τα παράγαμε οι ίδιοι, ας ήταν και πήλινα. Σήμερα είμαστε εξαρτημένοι απ’ έξω.Εμείς παραμείναμε πιστοί στα λαϊκίστικα διδάγματα του μεγάλου αγύρτη Ανδρέα Παναδρέα που μας πουλούσε και μας αγόραζε με τον λαϊκισμό του και μας έλεγε ότι δεν είναι ανάγκη να δουλεύουμε να κουραζόμαστε, υπάρχει και άλλος τρόπος, να δανειζόμαστε να ζούμε. Εμείς τον πιστέψαμε και αφήσαμε τα χωράφια μας και ερημώσανε. Και τώρα εάν δεν έρθει να πλευρίσει καράβι να μας φέρει ψωμί να φάμε, θα ψοφήσουμε σαν τους τζιτζίκους.

  • 29 Ιανουαρίου 2021
  • 0 Σχόλια

  • ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΊΑ

Το ποδήλατο και η εποχή του, όπως την αφηγείται η Ντίνα ΧατζηπέτρουΤο ποδήλατο! Γνώρισμα κι αυτό της Κω, μία χαριτωμένη νότα, ένα συν στην όλη όμορφη εικόνα της πόλης. Μοναδικό μεταφορικό μέσο, ψυχαγωγικό, υγιεινό και αισθητικά ωραίο. Οι δρόμοι ευρείς, καθαροί, ελεύθεροι, προσφορά, πρόκληση και πρόσκληση να τους χαρείς «πεζός κι αρματωμένος» δηλαδή ωχούμενος επί ποδηλατού. Δεν υπήρχαν αυτοκίνητα, ούτε μηχανάκια, ούτε οι απαίσιοι ήχοι τους, ούτε οι μολύνσεις τους.Μόνον ποδηλάτες, ποδηλάτισσες, πεζοί και η χαρά της ζωής. Όλοι στην Κω κυκλοφορούσαν με ποδήλατα, άνδρες και γυναίκες, γέροι, νέοι και παιδιά. Ένας κοινός αθόρυβος εντελώς, παράδεισος. Και οι πρώτοι τουρίστες ανακάλυψαν αυτό το ωραίο μέσο κι έβλεπες χαριτωμένες παρέες να κάνουν τον περίπατό τους με ποδήλατα, να τραγουδούν, να χαίρονται.Δεν ξέφυγα κι εγώ απ’ αυτό τον ωραίο ρυθμό. Ένιωθα ευεξία στους μακρείς περιπάτους μου, με το ποδήλατό μου και μόνη και με την παρέα μου. Ήταν κάτι που σε γέμιζε χαρά και αισιοδοξία. Δεν είχε τίποτα το απάνθρωπο, δεν είχε τη σκληρή αίσθηση της μηχανής, ήταν χαριτωμένο και ανθρώπινο, αθόρυβο που διευκόλυνε την ψυχαγωγία και την επικοινωνία.Ένιωθα να εκτονώνομαι, να πετώ την περιττολογία μου (υλική και αισθηματική) και να πληρώνομαι μ’ ένα ισόρροπο αίσθημα πάνω στους ζυγισμένους τροχούς που γύμναζαν την ύπαρξή μου. Ένωθα ελευθερία ανάσας οξυγόνου και ιωδίου. Πολλές φορές τρέχαμε, όταν βρισκόμαστε έξω από την πόλη προς το Ψαλίδι και εκείθεν προς τον Φάρο με κατεύθυνση τον Αγιο Φωκά, παρ’ όλο που ο δρόμος ήταν τότε χωρίς άσφαλτο. Ήταν όμως ωραίος χωματόδρομος, δίπλα σε μία πανέμορφη θάλασσα.Σήμερα, η παραλία αυτή γέμισε ξενοδοχεία, αυτοκίνητα, μηχανάκια, με όλα τα συμπαρομαρτούντα. Η ζωή έγινε σκυθρωπή και η χαρά της – όπου υπάρχει- δεν έχει εκείνη την αγνότητα, την αφέλεια και τη χάρη της τότε Ποια προτιμώ ασφαλώς εκείνη, την τότε. Είχε μία ποιότητα άλλη. Η προσθήκη της κοσμοπολίτικης αίσθησης δεν ταιριάζει στο τοπίο που είναι απλό, λιτό και όμορφο, ίσον ελληνικό. Ο τόπος γεννάει την Ελλάδα και θέλει προσοχή ο τόπος. Δεν πρέπει να διώχνει την Ελλάδα. Αχ, να χαράζαμε τα όρια της δημιουργίας μας με το πνεύμα του τόπου… το ποδήλατο ταίριαζε τόσο με τον τόπο και θα ήταν αληθινή πρόοδος, αν οι τοπικοί άρχοντες λευτέρωναν μερικούς δρόμους, αν τους αφιέρωναν στους ωραίους ποδηλάτες και στις ποδηλάτισσες. Μόνον!Όσο για μένα; Θ’ αγοράσω ξανά ένα καινούργιο ποδήλατο. Οι ωραίες συνήθειες ας μας ακολουθούν.Παρά θιν’ άλος είναι εκεί που νιώθεις το ομηρικό χέρι να σε χτυπάει φιλικά στην πλάτη, καθώς κάθεσαι ξαπλωμένος στην αμμουδιά και μετράς με αφέλεια παιδική (γιατί τη χάνουμε;) τα γρι-γρι που προχωρούν τα παραπεταγμένα φώτα τους μέσα στο θάλάσσιο δρόμο. Νιώθεις συντροφευμένος με προγονικές φωνές και την απόσταση των χρόνων ανύπαρκτη. Δεν θέλεις τίποτα άλλο τη στιγμή εκείνη που πιστεύω ότι δεν είναι μόνο δική σου. Πρόγονε μου ωραίε, λες κι εσύ το ίδιο για μένα; με προσφωνείς απόγονέ μου ωραίε; Θα πρέπει να υπάρχει μηχανισμός (αόρατος) μετασχηματιζόμενης αόρατης σχέσης όμορφης επικοινωνίας που μας φτάνει. Δεν εξηγείται η ανάμνηση.Νιώθαμε όμορφα τα ήσυχα φεγγαρόφωτα βράδια κάτω από τις αρμυρίθρες, δίπλα στη θάλασσα στο «Αύρα» και στο «Ακταίον». Πολλές φορές τραγουδούσαμε, άλλες πάλι κουβεντιάζαμε, απαγγέλαμε στίχους, πάντα έτοιμη τη «Λίμνη» του Λαμαρτίνου ο πρεσβύτης συνάδελφος Νίκος Χατζηβασιλείου. Άλλοτε πάλι μας έπαιζε με το ακορντεόν ωραία μουσικά κομμάτια η καθηγήτρια της ωδικής Τζένη Δεϊμέζη. Και τι θαύμα!αν τύχαινε να περνάει δίπλα μας το πυραφάνι… Τότε εγγίζεις κάτι μεταφυσικό… και το πάφλασμα του κουπιού σιγόνταρεαπαλά… Είμαστε στη θάλασσα, πόσο άρχιζα να την αγαπώ. Κι ακόμα πιο πολύ όταν παίρναμε βάρκα κι ανοιγόμαστε κωπηλατούντες. Ήταν πανέμορφη αίσθηση. Άφηνα το χέρι μου στο νερό να το διασχίζει, να το θωπεύει σαν ευγνωμοσύνη… σαν κουπί. Ο πολιός Γέρων, ο πρόγονος αφέντης της θάλασσας ήταν εκεί, μαζί μας. Μας ευλογούσε και η όμορφη Θέτις…ΤΑ ΒΑΡΒΑΡΑΈνα έδεσμα – γλύκισμα – που παρασκευάζεται στην Κω, είναι τα βάρβαρα. Το όνομα παό το όνομα της Αγίας Βαρβάρας. Προς τιμήν της παρασκευάζεται και τρώγεται μετά περισσής ορέξεως. Ποιος δοκίμασε και δεν ζήτησε και δεύτερο πιάτo;Όσο για μένα, η πρώτη μου γνωριμία με τα Βάρβαρα, ήταν μια εικόνα απείρου κάλλους που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Είχε κάτι το ζεστό, το οικείο και το πολύ συντροφικό, Καθώς μπήκα στην κουζίνα της σπιτονοικοκυράς μου κ. Μαριγώς Χατζηαμάλλου – Καραναστάση, για το συνηθισμένο πρωινό καφεδάκι μου, βρέθηκα μπροστά στην καταπληκτική αυτή εικόνα που θα μπορούσε να γίνει ένα από τα ωραιότερα θέματα μεγάλου ζωγράφου, αν την αντίκρυζε.Τρεις ηλικιωμένες γυναίκες ( η μία περασμένα τα ενενήντα) κόρη, μάνα και πεθερά σκυμμένες πάνω σ’ ένα κοινό βαθύ πήλινο πιάτο με κουτάλια, έτρωγαν με συγκέντρωση και ευχαρίστηση κατανυκτικής σιωπής κάτι – φαίνεται- πολύ νόστιμο. Έδινε την εντύπωση σούπας. Καλημέρα, τι τρώτε: «ορίστε» η απάντηση κι από τα τρία στόματα των τριών ηλικιωμένων γυναικών «ορίστε πιάσε» (φράση κώτικη, αβρή) Βάρβαρα. Και φυσικά μου δώσαν κουτάλι και… έπιασα. Τι ήταν όμως εκείνο; Τι νοστιμιά αμβροσίας;Βάρβαρα λοιπόν. Θα μάθω να φτιάχνω είπα. Χρησιμοποιείς σχεδόν πολλά είδη δημητριακών με βάση το σιτάρι, προσθέτεις φασόλια παντός είδους, ροβίθια και λοιπά. Τα βράζεις ώρες πολλές. Και στο τελείωμα προσθέτεις ταχίνι (με προσοχή σαν το αυγολέμονο), ρόδια, σταφίδες, αμύγδαλα, καρύδια, πετιμέζι, ανθόνερο (ροδόσταμο). Φτιάχνεις έτσι ένα παχύρρευστο νοστιμότατο έδεσμα. Είναι ή δεν είναι αμβροσία;

  • 05 Ιανουαρίου 2021
  • 0 Σχόλια

  • ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΊΑ

Από το αρχείο του Η. ΚαραναστάσηΣτο κέντρο του νησιού και σε απόσταση μιας ώρας περίπου μεταξύ τους βρίσκονται τα χωριά Αντιμάχεια και Καρδάμαινα. Τα δύο αυτά χωριά αποτελούσαν παλαιότερα έναν δήμο. Η επανάσταση του 1821 βρήκε τον πληθυσμό τους συγκεντρωμένο, όπως μας έλεγαν οι παππούδες μας, μέσα στο Κάστρο της Αντιμάχειας, ένα μεγάλο βενετσιάνικο φρούριο, που δεσπόζει, σ’ όλο το κεντρικό οροπέδιο του νησιού. Εκεί είχαν καταφύγει για να αποφύγουν τις φοβερές επιδρομές των Αλγερίνων και Σαρακηνών κουρσάρων, που μάστιζαν το Αιγαίο στα χρόνια της πειρατείας.Γύρω στα 1850 βγήκαν από τον περιορισμένο τόπο του φρουρίου για να εγκατασταθούν σε ελεύθερο χώρο. Μοιράστηκαν σε δύο ομάδες: Η μια εγκαταστάθηκε ΒΔ του κάστρου σ’ ένα ανοιχτό, απλόχωρο οροπέδιο (200 μ. περίπου υψόμετρο) και η άλλη κατηφόρισε ΝΔ, του Κάστρου και εγκαταστάθηκε σε μια κοιλάδα κατάφυτη με αμπέλια, ελιές και άλλα καρποφόρα δέντρα, που την διαρρέει ένας ξεροπόταμος, ο Μίας, και απέχει 20 λεπτά δρόμο από την παραλία. Σήμερα φέρει το όνομα Παλιά Καρδάμενα. Στην όμορφη αυτή κοιλάδα δε μπόρεσαν να μείνουν περισσότερο από πενήντα χρόνια, γιατί όπως βάλτωνε το μέρος μάστιζε τον πληθυσμό η ελονοσία και δεν άφηνε το χωριό να αναπτυχθεί. Οι κάτοικοι πίστευαν πως το μέρος εκείνο ήταν στοιχειωμένο και γι αυτό το λόγο οι οικογένειες παράμεναν πάντα στον αριθμό τριάντα εννιά. Μόλις έφταναν στις σαράντα, έπρεπε κάποια απ’ αυτές  να ξεκληριστεί. Έφυγαν λοιπόν περί τα τέλη του περασμένου και τις αρχές του σημερινού αιώνα κι εγκαταστάθηκαν στο απέναντι ακριβώς από την κοιλάδα τμήμα της παραλίας προς τα νότια, όπου το σημερινό χωριό Καρδάμενα.Πολλές οικογένειες του ενός χωριού συγγενεύουν με οικογένειες του άλλου, φέρουν το ίδιο επώνυμο και αποτελούν παρακλάδια της αρχικής οικογένειας που ζούσε εδώ και εκατόν πενήντα χρόνια μέσα στο Κάστρο.Συνοικέσια ανάμεσα σα δυο χωριά εξακολουθούν να γίνονται και σήμερα που τα χωριά αυτά έχουν μεγαλώσει. Η επαφή μεταξύ των κατοίκων είναι συχνή. Πολλοί γεωργοί από το ένα χωριό έχουν και καλλιεργούν κτήματα στην περιφέρεια του άλλου. Τις χρονιάρες μέρες ανταλλάσσουν επισκέψεις και γενικά βρίσκονται σε συνεχή επικοινωνία.Έτσι τα χωριά αυτά σαν δυο κύτταρα από τον ίδιο πυρήνα, παρουσιάζουν σήμερα μεγάλες ομοιότητες. Μιλούν το ίδιο γλωσσικό ιδίωμα, έχουν τα ίδια έθιμα, τις ίδιες παραδόσεις και γενικά την ίδια ψυχοσύνθεση. Στις εκδηλώσεις της ζωής τους, δεν παραλλάσσουν καθόλου και όπως ήσαν κατά τα 90% γεωργοί, οι κάτοικοι και των δύο χωριών, παρουσιάζουν την ίδια συντηρητικότητα ως προς τη διατήρηση των παραδόσεων και των εθίμων τους.Έτσι και στο γάμο, που είναι το πιο μεγάλο και το πιο σημαντικό γεγονός στην κοινωνική τους ζωή, τα έθιμα είναι ίδια και απαράλλαχτα, όπως θα δούμε.

  • 29 Οκτωβρίου 2020
  • 0 Σχόλια

ΕΞΟΔΟΣ